H EΛΛΗΝΙΚΗ MΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ AΛΒΑΝΙΑΣ
Συντονιστής: Νέοι
H EΛΛΗΝΙΚΗ MΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ AΛΒΑΝΙΑΣ
από xylino spathi » 14:54 pm 05 08 2006
H EΛΛΗΝΙΚΗ MΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ AΛΒΑΝΙΑΣ*
Λάμπρος Μπαλτσιώτης, Τάσος Τέλλογλου,
Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Δημήτρης Χριστόπουλος
Ι. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ:
ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ.
Ο καθορισμός, τα μεγέθη και η κατάσταση της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία αποτέλεσε ζήτημα τριβής του ελληνικού με το αλβανικό κράτος από τη δημιουργία του δεύτερου έως και σήμερα. Έτσι, η ανάλυση της συγκυρίας και η προσπάθεια εξαγωγής συμπερασμάτων δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη πέρα από την παρούσα πολιτική πραγματικότητα, τόσο τους διεθνείς συσχετισμοί και την ιστορική ανάλυση, αφού είναι εύκολα διαπιστώσιμο ότι μια σειρά από πολιτικές (από τις εμπλεκόμενες πλευρές), αλλά και τα ιδεολογήματα στα οποία πολλές φορές βασίζονται, ανάγονται ή έλκουν την καταγωγή τους στον δέκατο ένατο και στις αρχές του 20ου αιώνα.
1. Από το κοινό ελληνοαλβανικό έθνος στην δημιουργία της Βορείου Ηπείρου
Η βούληση εδαφικής επέκτασης της Ελλάδας προς βορράν, και η σύγκρουσή της με τους ήδη συγκροτημένους στα μέσα του 19ου αιώνα σλαβικούς εθνικισμούς, την ώθησε στην πολιτική προσεταιρισμού των αλβανόφωνων πληθυσμών. Η μεγάλη ανατολική κρίση του 1875-1881, είναι ίσως η αρχή μιας συγκροτημένης ελληνικής πολιτικής έναντι του τότε γεννημένου Αλβανικού Ζητήματος, και αυτού του ίδιου του αλβανικού εθνικισμού σαν συγκροτημένης ιδεολογίας. Ο αλβανικός εθνικισμός συγκροτείται αρκετά αργά σε σχέση με τους άλλους βαλκανικούς εθνικισμούς, και εκμεταλλεύεται ως ένα σημείο το σχήμα του "κοινού σλαβικού κίνδυνου", αφού περιοχές που κατοικούνται από Αλβανούς διεκδικούνται από Σέρβους, Μαυροβούνιους και Βουλγάρους. Έτσι, δεν είναι παράδοξο ότι σε αρκετές περιπτώσεις ιδεολογήματα και επιστημονικοφανή συμπεράσματα της ελληνικής πλευράς, τροποποιημένα ή μη, ενστερνίζεται και ενσωματώνει και η αλβανική πλευρά.
Η βασική ιδεολογική αιχμή της ελληνικής πλευράς είναι ότι οι Αλβανοί δεν συνιστούν έθνος, αλλά αντίθετα μια ρευστή εθνότητα, που θα οδηγείτο στην συγχώνευση της στο ελληνικό έθνος. Ενδιάμεσο στάδιο για την επίτευξη της συγχώνευσης και για την πολιτική εκπροσώπηση των μουσουλμάνων σε ένα κοινό ελληνοαλβανικό κράτος (δηλαδή ελληνικό) ήταν το ιδεολόγημα του κοινού ελληνοαλβανικού έθνους. Η πολιτική αντιμετώπισης των Αλβανών ως "μη έθνους" συνεχίστηκε και μετά την ίδρυση του αλβανικού κράτους, ακόμη και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Βασική παραλλαγή αυτής της πολιτικής είναι ότι κάθε ορθόδοξος Αλβανός είναι Έλληνας ή εν δυνάμει Έλληνας. Η τάση αυτή ενυπάρχει και σήμερα στην ελληνική πολιτική και σε αυτή της "Ομόνοιας", και εν μέρει έδωσε το ιδεολογικό υπόβαθρο στην πρόσφατη κρίση στη Χιμάρα. Η σκέψη αυτή θεωρεί ιστορικό πεπρωμένο την μετατροπή των ορθόδοξων Αλβανών σε Έλληνες βασιζόμενη σε ψευδή δεδομένα.
Αντιστρόφως, ο φόβος της Ελλάδας και του Πατριαρχείου για την δημιουργία αλβανικού εθνικισμού, συνιστώσα του οποίου θα ήταν οι ορθόδοξοι Αλβανοί, βρίσκει σύμμαχο την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και μετά το 1908 και την Επανάσταση των Νεότουρκων, η οποία, από την δική της πλευρά, βλέπει εχθρικά την συγκρότηση των μουσουλμάνων Αλβανών σε έθνος. Η Ελλάδα, μετά την αποτυχία της να προσαρτήσει το 1913 το έδαφος που διεκδικεί (δηλαδή μέχρι και την γραμμή Αυλώνα-Κορυτσά), παγιώνει τη χρήση του όρου "Βόρειος Ήπειρος". Ο αλυτρωτικός (πια) όρος Βόρειος Ήπειρος χαρακτηρίζει τα εδάφη που ακόμα διεκδικούνταν από την Ελλάδα και ο όρος "Βορειοηπειρώτης" αντίστοιχα τους ορθόδοξους πληθυσμούς που τα κατοικούσαν. Μέχρι και σήμερα, ως επιχείρημα της ελληνικότητας αυτών των περιοχών προτάσσεται η ύπαρξη ελληνικών σχολείων σε πολλές ορθόδοξες κοινότητες μέχρι τη δημιουργία του αλβανικού κράτους ή και αργότερα, εξυπακούωντας τον απαράλλαχτο και στατικό χαρακτήρα της εθνικής ταυτότητας. Αγνοείται έτσι η ιδιαίτερη θέση και γόητρο της ελληνικής γλώσσας και παιδείας στα ύστερα οθωμανικά Βαλκάνια, και ιδίως στην περιοχή αυτή, ακόμη και μετά τη δημιουργία του αλβανικού κράτους ακόμη και στους μουσουλμάνους.
2. Η Ήπειρος μεταξύ δύο εθνικών κρατών
Η αλβανοφωνία προς νότον στην Ήπειρο επεκτείνεται μέχρι τη γραμμή Αγιοι Σαράντα-Δέλβινο-νότια του Αργυροκάστρου. Ανατολικά της Δρόπολης και του Πωγωνίου ακολουθεί ουσιαστικά τη συνοριακή γραμμή συναντώντας τη σλαβοφωνία στα δυτικά άκρα των νομών Φλώρινας και Καστοριάς. Το νοτιοδυτικό τμήμα νοτίως της γραμμής που περιγράψαμε κατέχει συμπαγώς η ελληνοφωνία. Νότια όμως της ελληνόφωνης περιοχής, σταδιακά από την θάλασσα - και όσο επεκτείνεται προς νότον καταλαμβάνοντας μεγαλύτερο τμήμα της ενδοχώρας – υπάρχει η άλλωτε συμπαγής αλβανόφωνη περιοχή της Τσαμουριάς. Η αλβανοφωνία ξεκινούσε από το νοτιοδυτικό άκρο του σημερινού αλβανικού κράτους (χωριά της Κονίσπολης), καταλάμβανε μικρό τμήμα της δυτικότερης επαρχίας Φιλιατών, ολόκληρη την επαρχία Θυάμιδος (Ηγουμενίτσας) και Μαργαριτίου, σημαντικό τμήμα της επαρχίας Σουλίου (το δυτικότερο), έφτανε ανατολικά μέχρι το νοτιοδυτικό άκρο του νομού Ιωαννίνων και καταλάμβανε σημαντικό τμήμα του νομού Πρέβεζας (περίπου δυτικά του Θεσπρωτικού και βόρεια του Λούρου). Η συμπαγής όμως αυτή αλβανόφωνη περιοχή δεν ήταν ομοιόμορφη και θρησκευτικά, αφού στο νομό Πρέβεζας και στη περιοχή της Πάργας δεν υπήρχαν μουσουλμανικοί οικισμοί.
Αντίθετα, οι ελληνόφωνες περιοχές στην Αλβανία, συνιστούν συνεχή επέκταση της ελληνοφωνίας. Εδώ, όλος ο ελληνόφωνος πληθυσμός είναι ορθόδοξος και οι ελάχιστοι αλβανόφωνοι οικισμοί δεν αλλοιώνουν την εικόνα της συμπαγούς ελληνοφωνίας. Στην αλβανόφωνη περιοχή της "Βόρειας Ηπείρου", απαντώνται ορθόδοξοι και μουσουλμανικοί (σουνίτες και μπεκτασήδες), πληθυσμοί.
Μια πρώτη παρατήρηση σε σχέση με τα παραπάνω είναι ότι σε περιοχές όπως της Κορυτσάς, της Ερσέκας, του Λεσκοβικίου, της Πρεμετής, και προφανώς σε όλες τις βορειότερες, δεν υπήρχε ούτε μια ελληνόφωνη αγροτική εγκατάσταση. Παρόλα αυτά, η κατασκευή και η διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου βασίστηκε σε δύο μερικές αποκρύψεις: της γλώσσας των ορθοδόξων, και κατά δεύτερο λόγο, της θρησκευτικής σύνθεσης του πληθυσμού. Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι η υποτιθέμενη ελληνόφωνη αυτή περιοχή άρχιζε από την Χιμάρα, συμπεριλαμβάνοντας και τα επτά ιστορικά της χωριά. Συνηθισμένη τακτική επίσης, ήταν η κατηγοριοποίηση σε Έλληνες και Αλβανούς σύμφωνα με το θρήσκευμα: οι ορθόδοξοι είναι Έλληνες και οι μουσουλμάνοι Αλβανοί. Η ελληνική ιστοριογραφία έχει επίσης αποσιωπήσει τον ουσιαστικό ρόλο των (νότιων) ορθόδοξων Αλβανών, κυρίως της Κορυτσάς και κατά δεύτερο λόγο του Μπερατίου, αλλά ακόμη και του Αργυροκάστρου, στην αλβανική εθνογένεση.
3. Η ελληνική μειονότητα
Ο τρόπος με τον οποίο η ελληνική μειονότητα, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, συγκροτήθηκε ιστορικά και δημογραφικά, είναι περισσότερο αποτέλεσμα της πολιτικής που ασκήθηκε επί Χότζα, παρά των διαφόρων ελληνοαλβανικών τριβών και της ελληνικής πολιτικής για την ελληνική μειονότητα τον Μεσοπόλεμο.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στις λεγόμενες “μειονοτικές ζώνες” υπήχθησαν όλοι οι οικισμοί των οποίων μητρική γλώσσα ήταν η ελληνική. Ουσιαστικά μόνο τα τρία ελληνόφωνα χωριά της Χιμάρας και η Narta (Άρτα) της Αυλώνας δεν εντάχθηκαν σε μειονοτικό καθεστώς, ενώ αντίθετα εντάχθηκαν σε αυτό τα δύο ελληνόφωνα χωριά της περιφέρειας της Πρεμετής, μολονότι δεν είχαν υπογράψει στον Μεσοπόλεμο το αίτημα της προσφυγής στο Δικαστήριο της Χάγης για το ζήτημα των σχολείων.
α. Η ελληνική ταυτότητα και ο αριθμός των Ελλήνων στην Αλβανία
Ένα από τα κεφαλαιώδη προβλήματα που αντιμετωπίζει κανείς σήμερα, ερευνώντας τα μεγέθη της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία, είναι πως, κατά τη διάρκεια του χοτζικού καθεστώτος, το δικαίωμα της μειονοτικής εκπαίδευσης αλλά και της "εθνικότητας" (Kombesia) του ατόμου χανόταν εκτός των "μειονοτικών ζωνών", ακόμη και σε πόλεις των νομών όπου υπήρχαν οι μειονοτικές ζώνες. Η μετοίκηση λοιπόν από τη “μειονοτική ζώνη” συνεπάγεται, για δύο περίπου γενιές, την στέρηση των μειονοτικών δικαιωμάτων. Οποιαδήποτε λοιπόν αριθμητική προσέγγιση των μεγεθών της μειονότητας είναι λειψή, εάν δε λάβει υπόψη της το προηγούμενο δεδομένο, του οποίου πλέον οι πραγματολογικές διαστάσεις δεν είναι εντοπίσιμες.
Το 1930, υπάρχει μια σχετικά αξιόπιστη καταγραφή 37.000 Ελλήνων στην Αλβανία, αριθμός που δίνει το ανώτερο δυνατό όριο. Η αντίστοιχη αύξηση του αλβανικού πληθυσμού μέχρι τη δεκαετία του 1980 είναι τετραπλάσια, κάτι που θα έφερνε τον ελληνικό-ελληνόφωνο πληθυσμό περίπου στις 150.000. Αντίθετα, η απογραφή του 1989 δίνει 58.758 Έλληνες, χωρίς να περιλαμβάνεται σε αυτούς ο πληθυσμός της Χιμάρας. Προφανώς, πρόκειται για αυτούς οι οποίοι ήταν καταγραμμένοι με Kombesia grek (Εθνικότητα ελληνική). Η αλβανική απογραφή έδινε 56.500 Έλληνες για τις περιφέρειες των Αγ. Σαράντα, Δέλβινου και Αργυρόκαστρου (59.700 αν ομαλοποιηθεί για το 1992). Το άθροισμα των κατοίκων των αγροτικών οικισμών, μαζί με τους Έλληνες των τριών πόλεων της περιοχής - ακολουθώντας στον αριθμό τους και τις εκτιμήσεις των ίδιων των Ελλήνων της Αλβανίας - και παραδεχόμενοι υποθετικά όλο τον πληθυσμό των ελληνικών χωριών, ως ελληνόφωνο, με δυσκολία θα ξεπερνούσε τις 60.000-61.000 των Ελλήνων στην περιοχή των μειονοτικών ζωνών. Η απόκλιση από την αλβανική απογραφή του 1989, αφορά δηλαδή maximum 4.000 ως 5000 Έλληνες μέσα στις μειονοτικές περιοχές.[1]
Εκτός των μειονοτικών ζωνών, οι αριθμητικές εκτιμήσεις είναι σαφώς πιο δύσκολες. Πέρα από το καταγραμμένο αντικειμενικό πρόβλημα της στέρησης των μειονοτικών δικαιωμάτων ως αποτέλεσμα της μετοίκησης, τίθενται πλέον και άλλες δυσκολίες υποκειμενικής φύσης που αφορούν τον επαναπροσδιορισμό της πραγματικής ταυτότητας των ανθρώπων αυτών, αλλά και της γλώσσας τους στις περιοχές εκτός “μειονοτικών ζωνών”.[2] Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στα Τίρανα, όπου η απογραφή δίνει 610 άτομα ως Έλληνες, και δευτερευόντως στην Αυλώνα στην οποία δίνει 200. Ο αριθμός των Ελλήνων ήταν και είναι στα Τίρανα, αλλά και στην Αυλώνα και στο Δυρράχιο, υπερπολλαπλάσιος των αλβανικών απογραφών, και αυτό είναι προφανές αποτέλεσμα της μετοίκησης και της εξόδου από τον αγροτικό αλβανικό νότο προς τα αστικά κέντρα.
Ο εξαιρετικά δύσκολος εντοπισμός της ελληνικής μειονότητας εκτός “μειονοτικής ζώνης” είναι επίσης αποτέλεσμα του υψηλού βαθμού ένταξής της στην αλβανική κοινωνία. Η κοινωνική ανέλιξη των Ελλήνων της Αλβανίας ήταν δυνατή και "ευπρόσδεκτη" από το καθεστώς στο βαθμό που συνοδεύονταν από απομάκρυνση από την ελληνική εθνική ιδεολογία. Η βαθμιαία – ηθελημένη ή έμμεσα εξαναγκαστική - αφομοίωση των Ελλήνων της Αλβανίας αποτέλεσε την προϋπόθεση ένταξής τους στον αλβανικό εθνικό ιστό. Με αυτήν την έννοια, σε αντίθεση με την “Εθνική Ελληνική Μειονότητα”, οι Έλληνες της Αλβανίας δεν ήταν ποτέ κοινωνικά αποκλεισμένοι ή περιθωριοποιημένοι.
Αποτέλεσμα αυτής της ένταξης των Ελλήνων στην αλβανική κοινωνία είναι και ο σημαντικός αριθμός των μεικτών γάμων: ένας στους δύο γάμους, σύμφωνα με έρευνα του Ιδρύματος Soros στην Αλβανία πριν από τρία χρόνια, έχει γίνει με άτομα άλλης εθνικότητας. Τα παιδιά που προέρχονται από μεικτούς γάμους στα αλβανικά αστικά κέντρα είχαν πλημμελή ή καθόλου γνώση της ελληνικής γλώσσας και ήταν πλήρως ενσωματωμένα σε μια αλβανική εθνική ταυτότητα κάτι που σήμερα φαίνεται ότι έχει μερικώς αναστραφεί.
Η σταδιακή αφομοίωση των μειονοτικών που κατοικούσαν εκτός ζώνης, η φυγή πολλών μελών της μειονότητας προς την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 30, τα σημαντικά μεγέθη διασποράς που προέρχονται από την ελληνική μειονότητα, είναι παράγοντες που συμβάλλουν σε σημαντική μείωση του αρχικά υπολογισμένου μέγιστου αριθμού των 150.000, και αναγκαστικά μειώνουν τον αριθμό των Ελλήνων κάτω από τις 100.000. Θεωρούμε ότι στους 60.000 της μειονότητας στις ζώνες πρέπει να προσθέσουμε έναν αριθμό καταγόμενων από αυτές, γύρω στις 20.000 για την υπόλοιπη Αλβανία, οι οποίοι διατηρούσαν και διατηρούν μια δευτερεύουσα ελληνική εθνοτική ταυτότητα και επαρκή ή μέτρια γνώση της ελληνικής γλώσσας.
Μπορούμε, με αρκετή ευκολία, να θεωρήσουμε Έλληνες τη συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων των ελληνόφωνων αγροτικών οικισμών. Παρόλα αυτά, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι και σε αυτά τα χωριά υπάρχουν οικογένειες μεικτών γάμων, κυρίως με ορθόδοξους Αλβανούς. Σχετικά με τους μειονοτικούς των τριών πόλεων των μειονοτικών ζωνών, Γενικός κανόνας που αφορά τους μειονοτικούς των τριών πόλεων των «ζωνών» (Δέλβινο, Αγ. Σαράντα και Αργυρόκαστρο) είναι ότι στις πόλεις αυτές τα εκάστοτε παιδιά των μεικτών γάμων, ακόμη και αν γνώριζαν την ελληνική γλώσσα, είχαν υπερισχύουσα την αλβανική ταυτότητα. Αυτό ισχύει λιγότερο για τους Αγ. Σαράντα, αρκετά για το Δέλβινο και σχεδόν καθολικά για το Αργυρόκαστρο, στο οποίο άλλωστε όλο τον 20ο αιώνα οι Έλληνες ήταν μια μικρή μειοψηφία. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι ακόμη και τα τέκνα οικογενειών με αμφότερους γονείς από την ελληνική μειονότητα, στον βαθμό που δεν έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, ή δεν εξαρτώνται κοινωνικά και οικονομικά από "βορειοπηπειρωτικά" δίκτυα, έχουν μια διπλή ταυτότητα. Μια εθνική-κρατική αλβανική και μια εθνοτική ελληνική, οι οποίες μάλιστα δεν βρίσκονται σε σύγκρουση. Τη διαπίστωση της μη-συγκρουσιακότητας των δύο αυτών ταυτοτήτων πρέπει να πάρει πολύ σοβαρά η ελληνική πολιτική στην Αλβανία.
Ιδιαίτερο πρόβλημα συνιστά η κατάσταση στα Τίρανα κυρίως, και σε άλλες πόλεις όπως η Αυλώνα και το Δυρράχιο. Υπάρχουν και άλλα στοιχεία που μας επιτρέπουν εκτιμήσεις για έναν ελληνικό πληθυσμό “πολλαπλών ταχυτήτων”. Στις βουλευτικές εκλογές του 1992, το ΚΕΑΔ έλαβε από 1 ως 2,4% στις διάφορες ζώνες των Τιράνων, φτάνοντας περίπου τις 2000 ψήφους στις δημοτικές εκλογές του 1992. Σημειώνουμε ακόμη την αδυναμία των Ελλήνων των Τιράνων να ιδρύσουν σχολείο ή σύλλογο, σε αντίθεση με τους Μακεδόνες, που έχουν ιδρύσει συλλόγους όχι μόνο στα Τίρανα, αλλά και σε άλλες πόλεις. Σε τι βαθμό μπορεί να συντηρηθεί η ελληνική ταυτότητα στις μεγάλες αλβανικές πόλεις είναι νομίζουμε ένα καίριο ζήτημα. Φαίνεται ότι μέχρι στιγμής αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Η ελληνική μειονότητα στα Τίρανα βρίσκεται σε σαφώς πλεονεκτικότερη κοινωνικοοικονομική θέση από ότι οι σλαβόφωνοι, και έτσι μπορεί από μια πρώτη ματιά να εξηγηθεί η μεγαλύτερη "συσπείρωση" των δεύτερων.
Η αποψίλωση των πόλεων του νότου από Έλληνες μειονοτικούς, κατά τη γνώμη μας, είναι, αυτή τη στιγμή, σημαντικότερο ζήτημα από τη "γεωγραφική" αποψίλωση που επιφέρει η πλήρης ή μερική εγκατάλειψη ορισμένων οικισμών. Θα μπορούσε να συμφωνήσει κανείς ότι η εγκατάλειψη των ακριτικών περιοχών των μειονοτικών ζωνών, όπως στην περιοχή Πωγωνίου, έχει μια πολιτική σημασία στο βαθμό που "συρρικνώνει" τη μειονοτική περιφέρεια. Η ελληνική μειονότητα όμως, περισσότερο λογικά παρά συμβολικά, θα πρέπει να ενδιαφέρεται περισσότερο για την ανάπτυξη ορισμένων μεγάλων οικισμών στην περιοχή.
Τα αριθμητικά μεγέθη της μειονότητας σήμερα, εντός των ζωνών (συμπεριλαμβανομένων των πόλεων), δεν πρέπει να ξεπερνούν το ένα τρίτο του αρχικού της μεγέθους. Ένας αριθμός γύρω στις 20.000 με 25.000 πρέπει να ανταποκρίνεται στην σημερινή κατάσταση. Ένα άλλο ζήτημα που είναι καίριο σε ότι αφορά την ποιοτική απεικόνιση των προηγουμένων μεγεθών, είναι ο αριθμός των εναπομεινάντων ανθρώπων που διαθέτουν μόνιμη απασχόληση στην Αλβανία και δεν πηγαινοέρχονται στην Ελλάδα.
Η διατήρηση μιας "αγροτικής" μειονότητας, στενά συνδεδεμένης με τη γη της, καθίσταται και εκ των πραγμάτων ιδιαίτερα προβληματική σήμερα. Χωρίς να αμφισβητεί κανείς τη σημασία του γεωστρατηγικού επιχειρήματος της "κατοχής" από την μειονότητα συμπαγών περιοχών, αυτό συντηρεί την εγκυρότητά του, μόνο μέσω της πολιτικής μη μεταβίβασης των ελληνικών περιουσιών και γαιών. Από την πλευρά του, το αλβανικό κράτος δεν έχει ούτε τις οικονομικές δυνατότητες ούτε μάλλον και (ισχυρή) πολιτική βούληση να υλοποιήσει μια πολιτική πληθυσμιακής διάσπασης των ελληνόφωνων περιοχών. Η ρητορική της Ομόνοιας σχετικά με την παντοτινή προσπάθεια του αλβανικού κράτους να διώξει τη μειονότητα και να την διασπάσει στο γεωγραφικό χώρο, έρχεται σε αντίθεση με τις διαπιστώσεις σχετικά με την περιορισμένη μεταφορά πληθυσμού επί Χότζα σε μια “σοβιετικού” τύπου ανάπτυξη περιοχών. Ουσιαστικά τροφοδοτεί την ιδιαίτερα αναχρονιστική εδαφοκεντρική πρόσληψη των μειονοτικών δικαιωμάτων από την ίδια την ηγεσία της μειονότητας. Κατά τα λοιπά, η αντίληψη αυτή ελάχιστα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η επανατροφοδότηση αυτής της λογικής σήμερα προκειμένου να φανεί πως τάχα η αγροτική έξοδος των Ελλήνων προς τα παράλια και το αλβανικό κέντρο είναι αποτέλεσμα της βούλησης του αλβανικού κράτους για πολιτική διάσπαση της μειονότητας, είναι ανεδαφική. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποκλειστεί το ότι τμήματα της αλβανικής ηγεσίας μπορεί να έχουν στο νου μια τέτοια πολιτική για το μέλλον. Χρειάζεται όμως απλώς παρακολούθηση και αξιολόγηση κάθε φορά των πληθυσμιακών μετακινήσεων και όχι αταβιστική επανάληψη κάποιων ιδεολογημάτων.
β. Οι Βλάχοι της Αλβανίας
Η βλαχόφωνη γλωσσική ομάδα στην Αλβανία συνιστά και σήμερα την πολυπληθέστερη μάλλον αλλόγλωσση ομάδα. Η ομάδα αυτή, πέρα από την αστική της συνιστώσα, τμήμα της οποίας συμμετέχει ενεργά στις αλβανικές ελίτ από τη δημιουργία του αλβανικού κράτους, αλλά και πιο πριν ακόμη, μεταπολεμικά κυρίως μετακινήθηκε από τους αγροτικούς και κτηνοτροφικούς οικισμούς προς τις πόλεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν βρίσκονται και σήμερα Βλάχοι σε αγροτικές εγκαταστάσεις. Στην σημερινή τους εγκατάσταση οι Βλάχοι μπορούν να εντοπιστούν σε δύο τοπικές-γεωγραφικές ενότητες. Η πρώτη κατοικεί στις περιοχές του Πόγραδετς, της Κορυτσάς και της Ερσέκας, της Πρεμετής, και σε μικρότερο βαθμό του Αργυροκάστρου και των Αγ. Σαράντα. Η δεύτερη σημαντική οικιστική συγκέντρωση εντοπίζεται βόρεια της γραμμής Αυλώνας -Βερατίου μέχρι την Καβάγια. Ένα σημαντικό τμήμα των πόλεων του Δυρραχίου, του Ελμπασάν, της Λούσνια, του Φιέρι και της Αυλώνας κατοικείται από Βλάχους. Από την πρώτη ενότητα, ένα επίσης σημαντικό τμήμα των πόλεων του Πόγραδετς, της Κορυτσάς, και μικρό τμήμα στις άλλες πόλεις του νότου επίσης κατοικείται από Βλάχους. Σε αυτές τις πόλεις πρέπει να προσθέσουμε και τα Τίρανα, αλλά και σε μικρότερο βαθμό το Μπεράτι. Οι κωμοπόλεις και τα χωριά με αμιγή ή σχεδόν αμιγή βλάχικο πληθυσμό είναι σήμερα ελάχιστα.
Ο έγκυρος ερευνητής Tom Winnifrith υπολόγισε, το 1998, σε 200.000 του Βλάχους της Αλβανίας, συμπεριλαμβάνοντας όλους αυτούς που αυτοαποκαλούνται Βλάχοι από καταγωγή - ασχέτως αν γνωρίζουν τη γλώσσα – καθώς και όσους την μιλούν αλλά δεν αναφέρονται σε ξεχωριστή ταυτότητα. Το ΚΕΑΔ δίνει 150.000, η Ρουμανική πρεσβεία 300.000. Οι ηγέτες του "φιλορουμανικού" Συλλόγου στα Τίρανα μας ανέφεραν 200.000 Βλάχους, εκ των οποίων 100.000 ομιλούν τη γλώσσα. Ο αριθμός αυτός πρέπει να βρίσκεται κοντά στην πραγματικότητα για το 1990. Είναι προφανές ότι η διαδικασία αφομοίωσης των Βλάχων ομοιάζει εν πολλοίς με αυτή της ελληνικής μειονότητας.
Σε αρκετές περιπτώσεις, και από τους ίδιους του Βλάχους της Αλβανίας, αμφισβητείται το ενιαίο της ομάδας αυτής. Προτάσσεται μια ομαδοποίηση σχετική με τον περιοχή εγκατάστασης ή και τον οικισμό απώτερης καταγωγής της κάθε ομάδας. Πράγματι, ιστορικά μπορούμε να μιλήσουμε για αρκετές ομάδες Βλάχων με σημαντικές κοινωνικοοικονομικές διαφοροποιήσεις, διαφορετικό βαθμό αστικοποίησης, αλλά και διαφορετική συμμετοχή στις αλβανικές ελίτ. Η ιστορική αυτή κατηγοριοποίηση όμως πολύ λίγο σχετίζεται με την ανάλογου τύπου ομαδοποίηση που γίνεται από τους ίδιους τους Βλάχους της Αλβανίας. Θεωρούμε ότι σήμερα μια προσπάθεια ανίχνευσης τέτοιων διαφοροποιήσεων που να πηγάζουν από το ιστορικό παρελθόν της κάθε ομάδας και να σχετίζονται με την ενδεχόμενη πολιτική της συμπεριφορά έχει περισσότερο ιστορικό παρά πολιτικά και κοινωνιολογικά ανιχνεύσιμο ενδιαφέρον. Αντιθέτως, σημαντική αναφορικά με την πολιτική έκφραση και στάση σε σχέση με την Ελλάδα είναι η κατηγοριοποίηση με τοπικούς-γεωγραφικούς όρους σε δύο ομάδες: την νοτιανατολική και την βορειοδυτική, όπως ακριβώς τις περιγράψαμε παραπάνω. Η πολιτική συμπεριφορά του πληθυσμού αυτού συναρτάται επίσης της κατηγοριοποίησής του σε αστικό και αγροτικό-κτηνοτροφικό. Από τους ίδιους τους Βλάχους της Αλβανίας, αποκρύπτεται μια άλλη κατηγοριοποίηση που εμφανίζεται όταν εξετάζουμε το σύνολο των βλαχικών κοινοτήτων στα Βαλκάνια. Είναι αυτή ανάμεσα σε "Armani" και "Rramani", με βάση το πώς αυτοαποκαλείται η ομάδα στη γλώσσα της. Η πρώτη ομάδα χαρακτηρίζεται από την εδραία εγκατάσταση σε χωριά πολύ νωρίς και την πρώιμη αστικοποίηση σημαντικών τμημάτων της. Η δεύτερη - σε σημαντικό τμήμα της - είχε μέχρι πρόσφατα έντονα τα χαρακτηριστικά του ημινομαδισμού. Η κατηγοριοποίηση αυτή δεν είναι άγνωστη στις κοινότητες των Βλάχων. Στην Αλβανία όλος σχεδόν ο πληθυσμός, εκτός αυτού που κατοικεί ή προέρχεται από μερικούς μετρημένους στα δάκτυλα του ενός χεριού οικισμούς ανήκει στη δεύτερη ομάδα. Το σημαντικό σε σχέση με αυτή την κατηγοριοποίηση είναι, όπως έδειξε και η πρόσφατη έρευνα του Thede Kahl,[3] ότι η δεύτερη ομάδα διακρίνεται από μια συντηρητικότητα, διατηρώντας περισσότερο μια ιδιαίτερη ταυτότητα, τη γλώσσα και τον πολιτισμό της.
Η κατηγοριοποίηση σε νοτιοανατολική και βορειοοδυτική ομάδα που προτείναμε παραπάνω σχετίζεται περισσότερο με την πολιτική συμπεριφορά αλλά και την ταυτότητα της κάθε ομάδας. Η ομάδα της ΝΔ Αλβανίας εμφανίζει μια διακριτή βλάχικη εθνοτική ταυτότητα, που δεν προτάσσεται ούτε αντιτάσσεται όμως στην αλβανική εθνική. Η ΝΑ ομάδα εκδηλώνει μια διαφορετική ταυτότητα, πιο φιλλεληνική ή και ελληνικού τύπου, η οποία, εκτός των ιστορικών λόγων, σχετίζεται και με την σημαντική επιρροή που ασκεί σε αυτήν την ομάδα η ελληνική πλευρά εξαιτίας και της γειτνίασης. Η παραπάνω δεν είναι μια δομική ιστορική ανάλυση της βλαχικής ταυτότητας στην Αλβανία, αλλά εξετάζει εκδηλώσεις και ενδιαφέρουσες συμπεριφορές της ομάδας, όπως αυτές εμφανίζονται ως συμπτώματα, μέσα σε μείζονες γεωπολιτικές συγκυρίες. Το ίδιο κάνει και η ανάλυση που διαχωρίζει τους Βλάχους της Αλβανίας σε "φιλέλληνες" και "φιλορουμάνους".
Κατά τη διάρκεια των μεταπολεμικών χρόνων, η συμμετοχή των Βλάχων στην νέα κοινωνική πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα έντονη. Η αφύπνιση της βλάχικης ταυτότητας ξεκινά με την πτώση του χοτζικού καθεστώτος. Έτσι λοιπόν, εμφανίζεται μια σημαντική τάση που φαίνεται ότι ενδιαφέρεται για μια διακριτή εθνοτική ταυτότητα. Στην πρώτη φάση (1991-1992) όλοι οι εμπλεκόμενοι τάσσονται υπέρ της ανάδειξης του ιδιαίτερου βλαχικού πολιτισμού. Οι σε σύντομο χρονικό διάστημα διασπάσεις των συλλόγων και η δημιουργία διαφόρων τάσεων στους κόλπους των Βλάχων, ανατρέπει αυτή την αρχική εικόνα. Εικόνα ωστόσο που δεν λαμβάνει υπόψη της, ότι ένα σημαντικό τμήμα της κοινότητας μένει εντελώς αμέτοχο από την αρχή τόσο στο ζήτημα της ξεχωριστής ταυτότητας ή έστω στην εκδήλωσή της, όσο κυρίως στη διαμάχη των διαφόρων παρατάξεων. Άλλωστε, η ίδια η κοινότητα δεν φαίνεται ότι ήταν ώριμη ούτε και να ενδιαφέρεται για μια τέτοια ρήξη με την αλβανική κοινωνία ή μια διάρρηξη της αλβανικής ταυτότητας της, όπως αυτή προωθούνταν τότε από τους "ηγέτες" της.
Πολύ νωρίς, σε αυτή την νέα διαμόρφωση στάσεων των Βλάχων εισέρχεται και η ελληνική πλευρά. Η έλλειψη Βορειοηπειρωτικών σωματείων και οργανώσεων, άρα και δικτύων, εδώ αναπληρώνεται με τη χρησιμοποίηση των Βλάχικων Συλλόγων της Ελλάδας και κάποιων Ελλήνων Βλάχων. Το ελληνικό συγκριτικό πλεονέκτημα της θεώρησης εισόδου στην Ελλάδα χρησιμοποιείται ήδη από πολύ νωρίς. Με την προσδοκία της ελληνικής βίζας, η ιδιαίτερη βλάχικη ταυτότητα φωτίζεται μονομερώς, αυτολογοκρίνεται και ουσιαστικά αποκρύπτεται, ενώ σταδιακά αναδεικνύεται σε κάποια τμήματα της νοτιοανατολικής ομάδας ο ταυτοτικός τύπος του “Ελληνόβλαχου”. Όλες οι επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι οι Βλάχοι παρουσιάζουν μεγάλη ταύτιση με τον λαό με τον οποίο συ-ζουν. Η όποια "βλαχικότητα" υποτάσσεται στην μείζονα εθνική συνείδηση. Οι Βλάχοι στην Ελλάδα νιώθουν Έλληνες, στην Αλβανία Αλβανοί, στην πγδ της Μακεδονίας, Μακεδόνες. Αυτό δεν αποκλείει ούτε αποκλίσεις, ούτε την ύπαρξη πολλαπλών ταυτοτήτων. Το σημαντικότερο τμήμα των Βλάχων της Αλβανίας έχει αλβανική εθνική συνείδηση. Η ταύτιση αυτή έχει το αντίστοιχό της εθνικό-καταγωγικό μύθο, ο οποίος είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος και ενσωματωμένος από τους ίδιους τους Βλάχους: Οι Βλάχοι κατάγονται από τους Ιλλυριούς, κάτι δηλαδή που τους καθιστά εξίσου, αν όχι πιο Αλβανούς από τους Αλβανούς. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι επίσης το ότι απουσιάζει ανάλογος εθνικός-καταγωγικός μύθος που να συνδέει τους Βλάχους της Αλβανίας με την Ελλάδα. Η δημιουργία του στις μέρες μας, αρχίζει μέσω της επαφής των βλάχικων συλλόγων των δύο χωρών. Πρόκειται για την μεταφορά του μυθεύματος της αρχαιοελληνικής καταγωγής και της παντοτινής διγλωσσίας των (Ελλήνων) Βλάχων όπως αποτυπώνεται και στα προπαγανδιστικά επιστημονικοφανή έργα του Αχ. Λαζάρου που μεταφράζονται στα αλβανικά.
Αποκαλυπτικός νομίζουμε είναι και ο κυρίαρχος αλβανικός λόγος για τους Βλάχους: είναι εδώ και καιρό Αλβανοί, οι οποίοι μάλιστα συνεισέφεραν στη δημιουργία του αλβανικού κράτους. Ο λόγος αυτός τους τοποθετεί μέσα στην εθνική γενεαλογία, κάτι ανάλογο που παρατηρούμε στον ελληνικό λόγο για τους Βλάχους, και αντικατοπτρίζει τον βαθμό, αλλά και τον τρόπο, ενσωμάτωσής τους στην κοινωνία. Η συγκριτικά μεγαλύτερη ταύτιση των Βλάχων της Ελλάδας με τους Έλληνες σε σχέση με τα άλλα βαλκανικά κράτη, όπως αυτή αποτυπώνεται στη μελέτη του Τh. Kahl, είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κατάστασης στα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη και της μικρότερης χρονικά εθνικής ιστορίας που αυτά έχουν σε σχέση με την Ελλάδα. Τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν για άτομα της ομάδας από τη σχετικά μεγαλύτερη διαφοροποίηση των Βλάχων σε αυτά τα κράτη, χωρίς όμως και την απομάκρυνσή τους από τον εθνικό κορμό είναι σημαντικά.[4]
Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ήδη το 1992, εμφανίζονται δύο τάσεις: η φιλορουμανική και η φιλελληνική. Η φιλορουμανική τάση έχει ερείσματα σε όλες τις βλαχόφωνες περιοχές, ακόμη και σε αυτές που θεωρούνται ότι ελέγχονται από την άλλη τάση. Το παραπάνω δεν αποδεικνύει μηχανιστικά κάποια βλάχο-ρουμάνικη ταυτότητα, εκτός ίσως από κάποιους ηγετικούς κύκλους των συλλόγων. [5] Αντίθετα, τόσο αυτό όσο και άλλα παραδείγματα αντίστοιχης "φιλελληνικότητας" πρέπει πάντα να εξετάζονται στο αλβανικό πολιτειακό περίγραμμα.
Σημαντικό βοήθημα, αν και ανεπαρκές, αφού εστιάζει στην φιλορουμανική τάση, στην εξέταση της ταυτότητας των Βλάχων της Αλβανίας είναι η μελέτη "The Albanian Aromanians' Awakening: Identity Politics and Conflicts in Post-Communist Albania" της St. Schwandner-Sievers που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του European Center for Minority Issues το 1999, αλλά και οι ανταλλαγές απόψεων που είχαμε με τη συγγραφέα.
Η συγγραφέας χρησιμοποιεί παραδείγματα που ενδυναμώνουν την εντύπωσή μας ότι η αντίστοιχες εντάξεις είναι ρευστές. Γράφει σχετικά: “Με το να δημιουργούν ανταγωνιστικούς λόγους, που καθρεπτίζουν Ρουμανικές και Ελληνικές κοσμοθεωρίες αντίστοιχα, οι Αλβανοί Βλάχοι καταφέρνουν να εξασφαλίσουν το μέλλον των παιδιών τους και να δημιουργήσουν νέες κοινωνικές θέσεις για τους ίδιους”. Όπως εξαιρετικά το διατυπώνουν οι ίδιοι οι Βλάχοι: “Είμαστε Αλβανοί, και προσαρμοζόμαστε στις συνθήκες”. Ή όπως μας το διατύπωσε ο Ρουμάνος πρέσβης: "Σήμερα είναι Βλάχοι, αύριο μπορεί να είναι κάτι άλλο." Η διαχείριση συστηματικής επαναδιαπράγματευσης της ταυτότητας των Βλάχων, είναι δομικό συστατικό της παρουσίας τους στην αλβανική επικράτεια. Η επαναδιαπραγμάτευση αυτή όμως κινείται μέσα ή στα όρια της αλβανικής εθνικής ταυτότητας. Φαίνεται μάλιστα ότι η κάθε "παράταξη" αποκτά στα μάτια των Βλάχων, της έσω-ομάδας δηλαδή, μιαν άλλη σημασία: Οι φιλελληνικοί σύλλογοι έχουν μεγαλύτερη πολιτική σημασία για αυτούς, οι άλλοι μεγαλύτερη πολιτιστική.
Είναι παραδεκτό από όλους ότι οι εντάξεις σε μια από τις δύο ομάδες ελάχιστα ενδιαφέρουν τους πολιτικά μη δραστήριους. Ακόμη είναι διαπιστωμένο ότι σε όσο υψηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα ανήκουν οι Βλάχοι, τόσο απέχουν από τις δραστηριότητες των Συλλόγων, και τόσο πιο σταθερή αλβανική ταυτότητα εμφανίζουν. Παρόλα αυτά, πρέπει να γίνει μια μικρή αναφορά σε μερικά χαρακτηριστικά της κάθε τάσης. Τα οικονομικά ασθενέστερα στρώματα στρέφονται περισσότερο προς την ελληνική πλευρά. Η ποσοτικά ασθενέστερη φιλορουμανική τάση διαθέτει άτομα που προέρχονται από τις αλβανικές ελίτ και γνωστές προσωπικότητες της αλβανικής διανόησης. Οι ηγετικές ομάδες της τάσης αυτής σαφώς στρέφονται πολιτικά προς τα δεξιά. Από τους συλλόγους αυτούς υπάρχουν διατυπωμένα αιτήματα για εκπαίδευση στα βλάχικα, για τη ψήφιση του Χάρτη των περιφερειακών και μειονοτικών γλωσσών του Συμβουλίου της Ευρώπης από την Αλβανική κυβέρνηση, καθώς και για μεταφορά της βλάχικης λειτουργίας σε εκκλησίες περιοχών που κατοικούν Βλάχοι. Φαίνεται ότι πρόκειται για μια ομάδα 30-50 ατόμων, σημαντική όμως για τα αλβανικά δρώμενα. Στους διάφορους συλλόγους της τάσης αυτής είναι ορατή μια στοιχειώδης σύνδεση και δραστηριότητα. Την μετά το 1997 αποδυνάμωσή τους είναι πιθανόν να αναπληρώνουν αντίστοιχοι τοπικοί σύλλογοι που έχουν αναλάβει περισσότερες πρωτοβουλίες σε περιοχές που κατοικεί η ΒΔ ομάδα των Βλάχων, κυρίως στις πόλεις. Η ρουμανική πρεσβεία δεν φαίνεται να ελέγχει το μοναδικό "σχολείο", στην πραγματικότητα φροντιστήριο, βλάχικης γλώσσας στην Divjaka που σχετίζεται με τη διασπορά. Πέρα από την λειτουργία ανάλογου φροντιστηρίου στο Ελμπασάν, είναι πολύ πιθανόν ότι θα υπάρξει προσπάθεια λειτουργίας και άλλων τέτοιων "σχολείων". Από την πλευρά τους, οι φιλελληνικοί σύλλογοι διακρίνονται για την πολυδιάσπαση τους, την απουσία ενεργών μελών, και φαίνεται ότι ανδρώθηκαν μέχρι σήμερα μάλλον ως μεσολαβητές πελατειακών εξυπηρετήσεων. Η δημιουργία ενός "φιλοαλβανικού" βλάχικου συλλόγου δεν φαίνεται να σηματοδοτεί τίποτα ιδιαίτερο, εκτός από μια προσπάθεια ανακατανομής της βλάχικης "πίττας".
Η έντονη δραστηριοποίηση των Βλάχων γύρω από τις υποτροφίες, η οποία έχει παρασύρει σε αγώνα δρόμου τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Ρουμανίας, θεωρείται από ερευνητές ότι οφείλεται στην προσπάθειά τους να συνεχίσουν να βρίσκονται στις ελίτ της κοινωνίας. Αυτό που τελικά διακρίνει τους Βλάχους της Αλβανίας είναι μια ταυτοτική ευκαμψία ("flexibility of identity"). Έχει διαπιστωθεί ότι οι νέοι δεν πολυενδιαφέρονται για μια βλάχικη ταυτότητα. Σε αυτό όμως το παιχνίδι ταυτοτήτων, η γλώσσα εξακολουθεί να έχει σημαντική σημασία. Ηγέτες των φιλελληνικών συλλόγων των Βλάχων στην Κορυτσά και στο Αργυρόκαστρο, που μάλιστα αναφέρονταν στα "δίκαια του Ελληνισμού", ήταν κατά της εγκατάλειψης της γλώσσας, χωρίς όμως ταυτόχρονα να συνηγορούν υπέρ της ένταξής της στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Είναι φανερό ότι μετά την επιστροφή τόσο των φοιτητών, όσο κυρίως των μεταναστών, από μια χώρα στην οποία έχουν πάει μόνο και μόνο για την καλύτερη διαβίωσή τους, και η οποία βρίσκεται σε πολύ υψηλότερο επίπεδο, αναπτύσσονται συναισθηματικοί δεσμοί. Οι δεσμοί με την χώρα αυτή, εν προκειμένω την Ελλάδα, είναι εκείνοι που δημιουργούν το ελληνικό προβάδισμα στην προσπάθεια εθνικού προσεταιρισμού του βλάχικου στοιχείου της Αλβανίας. Στην πρόσφατη μάλιστα αναπάντεχη αναγνώριση των Βλάχων ως γλωσσικής μειονότητας από την αλβανική κυβέρνηση, χωρίς να προσδιορίζεται ο πληθυσμός της ομάδας, υπογραμμίζεται η ένταξη των Βλάχων στην αλβανική κοινωνία αλλά και οι σχέσεις τους με την Ελλάδα και την Ρουμανία[6].
4. Η περίπτωση της Χιμάρας
α. Ιστορική και πολιτική διάσταση
Τα 7 χωριά που παραδοσιακά αποτελούσαν την περιοχή της Χειμάρας, συνιστούν ειδική περίπτωση κοινότητας σε όλη την ύστερη οθωμανική περίοδο και αργότερα, μετά τη δημιουργία του αλβανικού κράτους μέχρι σήμερα. Κατέχει ειδικό καθεστώς σε όλη τη διάρκεια του ύστερου οθωμανικού κράτους, το οποίο λίγο πολύ διατηρεί και επί αλβανικού κράτους μέχρι τον Μεσοπόλεμο, τασσόμενη στην πλευρά του ελληνικού κράτους στις αρχές τους 20ου αιώνα, παρόλα τα απολύτως “ανασφαλή ελληνικά αισθήματα των κατοίκων” κατά τις ελληνικές εκθέσεις. Είναι μάλλον η μόνη περιοχή στην Αλβανία, η οποία, με τοπικό δημοψήφισμα, αρνήθηκε την εφαρμογή του νόμου του 1991 για το μοίρασμα της γης και των παλιών περιουσιών, εκκρεμότητα που υπάρχει μέχρι σήμερα. Σε αντίθεση με την αλβανική ρητορική, τα τρία από τα επτά χωριά μιλούσαν, τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα, ελληνικά.
Η κοινοτική ενότητα της Χιμάρας βασιζόταν στην χριστιανική της ένταξη, και ουδόλως ενδιέφερε τις ενδοκοινοτικές υποθέσεις το ζήτημα της γλώσσας. Τo γεγονός ότι καταγράφεται στον Μεσοπόλεμο σημαντική τάση για την διατήρηση ή το άνοιγμα (ανάλογα με την περίοδο) ελληνικών σχολείων δεν αναιρεί την προηγούμενη διαπίστωση. Η διαμάχη αυτή του Μεσοπολέμου αφορούσε μόνο τις τρεις ελληνόφωνες κοινότητες και τις τάσεις που δημιουργήθηκαν στο εσωτερικό τους, αφήνοντας αδιάφορες τις τέσσερις υπόλοιπες αλβανόφωνες κοινότητες. Επίσης, σε όλο τον 20 αιώνα, στις στάσεις των κοινοτήτων αυτών, σημαντικό ρόλο παίζει και η μεγάλη τους διασπορά, η οποία συνήθως στρέφεται προς την ελληνική πλευρά. Το 1959 αφαιρείται η ελληνική εθνικότητα από τα τρία ελληνόφωνα χωριά της Χιμάρας. Η σημαντική μετανάστευση από την Χιμάρα στην Ελλάδα μετά το 1991 δημιούργησε νέους ισχυρούς δεσμούς και ενεργοποίησε πάλι τα παλαιότερα δίκτυα της διασποράς.
Για ιστορικούς λόγους που σχετίζονται με τα παραπάνω, αλλά και λόγω της "ηρωικής" της ένταξης στους εθνικούς αλβανικούς μύθους, η Χιμάρα έχει μεγάλη συμβολική σημασία για το αλβανικό έθνος, στο εσωτερικό του αλβανικού κράτους. Αντίθετα, η συμβολική σημασία της Χιμάρας στους ελληνικούς εθνικούς μύθους είναι σαφώς μικρότερη. Σήμερα, ο μέσος μορφωμένος αλβανός θεωρεί την Χιμάρα αλβανικό λίκνο, αλλά αγνοεί και την ελληνοφωνία των μισών περίπου κατοίκων της. Θεωρούμε ότι και σήμερα ο πληθυσμός της Χιμάρας συνιστά ιδιαίτερη περίπτωση τοπικής ταυτότητας, όπως εξ άλλου έχει καταγραφεί σε έκθεση του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι, μεταφέροντας μάλιστα θέση Ελλήνων διπλωματών του 1994: “Οι Χιμαριώτες έχουν αναπτύξει ξεχωριστή ταυτότητα και δεν θέλουν να θεωρούνται Έλληνες ή Άλβανοι.”.[7] Πρέπει επίσης, για παράδειγμα, να ληφθεί υπόψη ότι ενώ ήδη στις εκλογές του 1992, η Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων πλειοψήφησε στην Χιμάρα, οι εκκαθαρίσεις του Μπερίσα αργότερα από μειονοτικούς στον στρατό, την αστυνομία και τις μυστικές υπηρεσίες, ουδόλως άγγιξαν τους Χιμαριώτες, ανεξάρτητα από γλώσσα. Είναι προφανές ότι η δημιουργία μετώπου στην Χιμάρα μέσω της εκλογική διαμάχης δεν μπορεί να εξηγηθεί πολιτικά παρά μόνο για την μετέπειτα συμβολική της σημασία για την ελληνική πλευρά. Επαναφέροντας τη λογική του 19ου αιώνα, η αναγνώριση της ύπαρξης μιας ελληνικής κοινότητας σε ακραία βόρεια σημεία θα μπορούσε να “χρησιμεύσει” στα εξής: κατά πρώτο λόγο, μετατοπίζει την υπό "ελληνική επίδραση" περιοχή στο από παλαιά τεθέν βορειοανατολικό όριό της. Κατά δεύτερο λόγο κερδίζεται μια συμβολική νίκη ενάντια στο αλβανικό κράτος: Ο OSCE/ODHIR και το Συμβούλιο της Ευρώπης στην αναφορά τους σχετικά με τις τοπικές εκλογές της Χιμάρας αναφέρονται σε "Greek speaking minority", "Greek community" και αρχίζουν διαδικασία έρευνας για την περιοχή που συνοδεύεται από αποστολή του Συμβουλίου της Ευρώπης την άνοιξη του 2001.
β. Το εκπαιδευτικό ζήτημα στη Χειμάρα
Στο Πρωτόκολλο της Χιμάρας (1921) ως προς την εκπαίδευση, αναφέρεται ότι η αλβανική γλώσσα θα είναι υποχρεωτική γλώσσα διδασκαλίας για όλα τα σχολεία και τα μαθήματα και η ελληνική θα είναι δεύτερη γλώσσα επιλογής για όσους το επιθυμούν. Στη Χιμάρα (Χιμάρα, Δρυμάδες και Παλάσσα) λειτούργησαν υποτυπώδη ελληνικά σχολεία από το 1937 μέχρι το 1940. Το δικαίωμα λειτουργίας ελληνικού σχολείου αφαιρέθηκε το 1946 ύστερα από την μαζική καταψήφιση του δημοψηφίσματος για την έγκριση του καθεστώτος Χότζα από τους κατοίκους της και η Χιμάρα “αποχαρακτηρίστηκε” από μειονοτική ζώνη. Από το 1991 το αίτημα να ανοίξει ελληνικό μειονοτικό σχολείο είναι σταθερό, τόσο από κατοίκους όσο και από οργανώσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το ζήτημα τίθεται πρακτικά μόνο για τη χώρα της Χιμάρας, στην οποία λειτουργεί δημοτικό σχολείο με 240 παιδιά (εκ των οποίων 140 ελληνόφωνα, απροσδιόριστου όμως αριθμού εκείνων που θα επιθυμούσαν τη λειτουργία ελληνικού σχολείου).
Σε σχετική επιστολή γονέων μαθητών της Χιμάρας, το Υπουργείο Παιδείας της Αλβανίας (13.8.1998) απάντησε ότι η Χιμάρα δεν είναι χαρακτηρισμένη μειονοτική περιοχή και συνεπώς δεν είναι δυνατό να ανοίξει μειονοτικό σχολείο. Μπορεί όμως να προστεθεί η διδασκαλία της ελληνικής ως γλωσσικό μάθημα. Στην προσφορά του Υπ. Παιδείας οι Χειμαριώτες και η Ομόνοια απαντούν με επιμονή ότι δεν αποδέχονται καμία άλλη λύση από το άνοιγμα σχολείου με πλήρες ελληνόφωνο πρόγραμμα. Ωστόσο, με πρωτοβουλία της Ομόνοιας, παρέχεται η δυνατότητα φροντιστηριακής διδασκαλίας της ελληνικής 1-2 ώρες κάθε μέρα ύστερα από το πέρας των μαθημάτων για όσους μαθητές το επιθυμούν. Δεν υπάρχει αξιόπιστη πηγή για το πόσοι μαθητές παρακολουθούν τα μαθήματα αυτά. Το φροντιστήριο ελληνικής γλώσσας λειτουργεί άτυπα, χωρίς όμως να είναι αναγνωρισμένο από το κράτος. Εάν έγινε τέτοια αίτηση και αυτή απορρίφθηκε δεν στάθηκε δυνατό να το μάθουμε. Στη θέση του Υπ. Παιδείας ότι δεν υπάρχει κανένα κώλυμα στην ίδρυση ιδιωτικού ελληνόγλωσσου σχολείου, δεν υπάρχει καμία ανταπόκριση, εκτός από την ίδρυση νηπιαγωγείου που ιδρύθηκε από την Εκκλησία όμως σήμερα ανήκει στον έλεγχο οργανώσεων του εξωτερικού (πιθανώς Βορειοηπειρωτών). Συμπερασματικά, η κρίση γύρω από το αίτημα της ίδρυσης μειονοτικού σχολείου φαίνεται ότι είναι τεχνηέντως υπερτιμημένη, χωρίς να στοχεύει στην άμεση υλοποίησή του. Αυτό γίνεται φανερό από το γεγονός ότι οι δύο αντίπαλοι, Σοσιαλιστικό Κόμμα και Ομόνοια σε τοπικό επίπεδο, δεν διαφωνούν στην προοπτική ίδρυσης μειονοτικού σχολείου. Επίσης, από τη στάση εκείνων που ζητούν επίμονα το μειονοτικό σχολείο, οι οποίοι ταυτόχρονα αποφεύγουν να αξιοποιήσουν την πρόταση για επισημοποίηση της επιπρόσθετης διδασκαλίας στο πλαίσιο του προγράμματος του δημόσιου σχολείου, που έτσι κι αλλιώς έχουν ήδη υλοποιήσει. Από την πλευρά του αλβανικού Υπ. Παιδείας η επίκληση της μη ύπαρξης μειονοτικής ζώνης συμπαρασύρει την ελληνική κυβέρνηση και τη μειονότητα να ζητά όχι την κατάργηση των ζωνών, αλλά την επέκτασή τους. Ως προς την επιχείρηση επέκτασης των υποκειμένων της μειονότητας διαπιστώσαμε ότι στη Χιμάρα, το ζήτημα έχει λάβει διαστάσεις μείζονος προβλήματος χωρίς όμως να αφορά στην μειονοτική ή όχι ταυτότητα των κατοίκων. Η ένδυση στενών μικροπολιτικών και προσωπικών οικονομικών αντιπαραθέσεων με το “μειονοτικό ζήτημα” έσυρε την ελληνική επίσημη και “παράπλευρη” πολιτική να εμπλακεί σε έναν αγώνα δρόμου για την υποτιθέμενη κατοχύρωση μειονοτικών δικαιωμάτων, ενδυναμώνοντας το ρεύμα δημιουργίας “νέων μειονοτικών”.
Η συνέχιση της πολιτικής διόγκωσης τοπικών προβλημάτων και η μετατόπισή τους στη σφαίρα των εθνικών ζητημάτων ενδεδυμένα με τη μειονοτική διάσταση και μόνο, θα αποβεί αναμφίβολα σε βάρος της ποιότητας της εφαρμοστέας πολιτικής επί των ελληνοαλβανικών σχέσεων και της αποτελεσματικής στήριξης της ελληνικής μειονότητας.
ΙΙ. Η ΘΕΣΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
1. “Ελληνική Εθνική Μειονότητα”: το όνομα και το βάρος.
α. Τυπολογικά χαρακτηριστικά και ιδιαιτερότητες
Η ελληνική μειονότητα της Αλβανίας είναι μια τυπική βαλκανική μειονότητα. Συγκεντρώνει τα περισσότερα – εάν όχι όλα – τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν ένα minimum τυπολογίας του μειονοτικού φαινομένου στα Βαλκάνια (αλλά και με την ευρεία έννοια στην υπόλοιπη Ευρώπη):
- συγκέντρωση πληθυσμού σε περιοχή κοντά στα σύνορα,
- όμορο κράτος το οποίο η μειονότητα προσλαμβάνει ως πατρίδα,
- πατρίδα που θεωρεί ως “φυσική” την υποχρέωση να προστατεύει τη μειονότητα.
Στο τελευταίο σημείο, αναγκαίο είναι για την πρόσληψη του φαινομένου να λάβει κανείς υπόψη του ότι η περιοχή στην οποία κατοικεί η μειονότητα – αλλά και ένθεν αυτής – ήταν από τη στιγμή της συγκρότησης του Αλβανικού κράτους, διεκδικούμενη από την Ελλάδα. Το γεγονός ότι οι διεκδικήσεις αυτές δεν επανατροφοδοτήθηκαν μέσα στη δεκαετία του 90 από το επίσημο ελληνικό κράτος, αλλά από όλους τους υπόλοιπους παράγοντες διαμόρφωσης πολιτικής στην περιοχή προερχόμενους από την Ελλάδα και την μειονότητα στο μεγάλο μέρος της, εξασθενεί μεν αλλά δεν εξαφανίζει την δεδομένη πολιτικά και ιστορικά εξηγήσιμη αλβανική καχυποψία. Τίθενται λοιπόν νέα ερωτηματικά, καθώς αυτή τη φορά καθίσταται σαφές ότι το ίδιο το ελληνικό κράτος δυσκολεύεται να καθετοποιήσει την πολιτική του στη βάση και να αδρανοποιήσει τους “δικούς του” μηχανισμούς εκείνους που υπονομεύουν την σταθερότητα στην περιοχή.
Εάν ιστορικά η “φυσική” υποχρέωση της Ελλάδας να προστατέψει την μειονότητα έχει αφήσει περιθώρια πολλαπλών αναγνώσεων τόσο στην ίδια τη μειονότητα όσο και στις αλβανικές αρχές, πολιτικά η αλβανική εθνική συγκυρία αυτήν την στιγμή προσφέρεται για την χειρότερη ανάγνωση. Το γεγονός ότι σήμερα είναι σχεδόν αδύνατο να συναντήσει κανείς κάποιον Αλβανό διανοούμενο απαλλαγμένο από βασικές εθνικιστικές θέσεις —όχι κατ’ ανάγκην μεγαλοϊδεατικές— προφανώς δημιουργεί ένα αρνητικό περιβάλλον για την αμφοτεροβαρώς δίκαιη διευθέτηση των (όποιων) μειονοτικών αιτημάτων.
Ωστόσο, ένα χαρακτηριστικό που κανείς δεν πρέπει να ξεχνά όταν συνθέτει την εικόνα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία είναι ο υψηλός βαθμός ένταξής της στην αλβανική κοινωνία. Η ένταξη αυτή πολλές φορές έχει ως συνέπεια την ενσωμάτωσή της στον αλβανικό εθνικό ιστό και άρα την απεμπόληση της ελληνικότητας της. Είναι σίγουρο πως δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς σοβαρά τη θέση πως η ελληνική μειονότητα ήταν ή είναι κοινωνικά ή εθνικά αποκλεισμένη. Επιπροσθέτως, όταν ασχολούμαστε με τα ζητήματα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία, περισσότερο έχουμε να αντιπαρατεθούμε με την επισήμως ή ανεπισήμως ευρέως διαδεδομένη θέση στην αλβανική κοινωνία, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες της Αλβανίας ήταν μια προνομιούχα ομάδα από τον καιρό του. Η θέση αυτή, μετά το 1990 ενισχύεται από τη διακριτική μεταχείριση υπέρ των ελλήνων της Αλβανίας από τις ελληνικές αρχές και —ανεξάρτητα από τη βασιμότητά της ή όχι— σήμερα αποτελεί ένα από τα συνηθέστερα επιχειρήματα στο ιδεολογικό οπλοστάσιο του αλβανικού εθνικισμού σε σχέση με την ελληνική μειονότητα.
Μια άλλη δομική διαπίστωση, την εγκυρότητα της οποίας δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αντιπαρέλθει είναι πως η ελληνική μειονότητα αυτήν την στιγμή περισσότερο υποστασιοποιείται σαν ιδεολογική έννοια παρά ως πραγματικό μέγεθος. Μικρότερης σημασίας αλλά ενδεικτική του εξ ίσου ιδεοληπτικού και στατικού τρόπου πρόσληψης του φαινομένου από την ελληνική πλευρά, είναι η πρόταξη του όρου Εθνική Ελληνική Μειονότητα, που συνάδει με το κυρίαρχο στην Αλβανία στερεότυπο κριτήριο της “εθνικής καταγωγής” ως πρωτεύον για τη συγκρότηση της ομάδας.
“The situation of Greeks in Albania is less than ideal”: η διατύπωση αυτή, με τον τόνο ειρωνείας που την διατρέχει, είναι και η πιο αντιπροσωπευτική της κατάστασης[8]. Σε όλες τις περιπτώσεις, είναι αναγκαίο να τονισθεί πως και για την Αλβανία και για την Ελλάδα και για τη μειονότητα την ίδια, το ιστορικό και γεωπολιτικό βάρος της παρουσίας της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το πραγματικό βάρος που αυτή έχει στην αλβανική κοινωνία, τουλάχιστον στις μέρες μας[9].
β. Η ιστορική κληρονομιά των ελληνικών διεκδικήσεων στη Βόρεια Ήπειρο και η ελληνική μειονότητα
Η συγκρότηση της ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας, μέσω των ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων επί της Βορείας Ηπείρου, είναι αναγκαία για την κατανόηση του εκατέρωθεν ιστορικού βάρους του μειονοτικού ζητήματος. Και αν για την ελληνική πλευρά, το βάρος αυτό σημασιοδοτείται από τα “ιστορικά, φυσικά δίκαια” των Ελλήνων για αυτοδιάθεση, η πρόσληψη του από την αλβανική πλευρά φορτίζεται ποικιλοτρόπως εχθρικά ως ρητή και προφανής πρόθεση της Ελλάδας να αφαιρέσει τμήμα της αλβανικής επικράτειας, αφού ήδη - άδικα για τους Αλβανούς - είχε καταλάβει την Τσαμουριά. Άλλωστε για τελευταία φορά το 1946 στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι η Ελλάδα αμφισβήτησε το καθεστώς της Βορείας Ηπείρου, η δε αλυτρωτική ρητορική από επίσημα χείλη συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του 1970 τουλάχιστον. Η “μειονοτικοποίηση” ελληνικών/ελληνόφωνων πληθυσμών στο αλβανικό κράτος απορρέει από την οριστικοποίηση των ελληνοαλβανικών συνόρων με τη λήξη των βαλκανικών πολέμων το 1912-13. Με το ξέσπασμα του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, η Ελλάδα ενίσχυσε τις βλέψεις της προς την Βόρεια Ήπειρο αποστέλλοντας στρατιωτική δύναμη. Ωστόσο, η κατανομή των πρώην οθωμανικών εδαφών μεταξύ των γειτονικών κρατών έφερε την Ελλάδα να χάνει την περιοχή σε όφελος της κυριαρχίας της επί των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (17.12.1913), η Κορυτσά, οι Άγιοι Σαράντα και το Αργυρόκαστρο ενσωματώθηκαν στο αλβανικό κράτος. Ύστερα από πιέσεις των Δυνάμεων, ο ελληνικός στρατός υποχρεώθηκε να αποχωρήσει (8.2.1914). Η αντίδραση των Ελλήνων της περιοχής (και της Ελλάδας) ήταν άμεση, καθώς με την ισχύ των όπλων ανακήρυξαν την “Αυτονομία της Βόρειας Ηπείρου”. Η ένοπλη εξέγερση οδήγησε στην υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας (18.5.1914), σύμφωνα με το οποίο αναγνωρίζεται η αυτοδιοίκηση της Βόρειας Ηπείρου εντός της Αλβανίας υπό διεθνή επιτήρηση. Το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Αύγουστο του 1914, έδωσε νέα ώθηση στις ελληνικές διεκδικήσεις: ο ελληνικός στρατός επέστρεψε στα μέσα Οκτωβρίου 1914 με το πρόσχημα της απειλής εμφυλίου πολέμου. Η Ελλάδα προσάρτησε μονομερώς τη Βόρεια Ήπειρο το 1916, αλλά η σύγκρουση Βενιζέλου-Κωνσταντίνου ώθησε της Δυνάμεις της Entente να άρουν την υποστήριξή τους στην Ελλάδα. Η απόσυρση του ελληνικού στρατού έδωσε στον ιταλικό στρατό την ευκαιρία να ελέγξει ολόκληρη την Αλβανία εκτός της Κορυτσάς, η οποία τέθηκε υπό γαλλική διοίκηση. Το 1917, ο ελληνικός στρατός αποπειράθηκε μάταια να ανακαταλάβει την Κορυτσά. Στο πλαίσιο των συνεχών διαπραγματεύσεων μεταξύ των νικητών του πολέμου για τη διανομή των εδαφών, ο Βενιζέλος έκαμψε τις ιταλικές αντιρρήσεις για τις ελληνικές βλέψεις στη Βόρεια Ήπειρο: στις 29.7.1919 υπογράφτηκε η Συμφωνία Βενιζέλου-Τιτόνι, κατά την οποία η Κορυτσά και το Αργυρόκαστρο προσαρτούνταν από την Ελλάδα. Το περιεχόμενο της Συμφωνίας ανατράπηκε πολύ γρήγορα. Στις 28.5.1920 υπογράφηκε το Πρωτόκολλο της Καπεστίτσας, σύμφωνα με το οποίο Ελλάδα και Αλβανία συμφωνούν για την άμεση και οριστική διευθέτηση της οριογραμμής, ενώ η Αλβανία αναλάμβανε δεσμεύσεις για το σεβασμό των εκπαιδευτικών δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας.
Η εισδοχή της Αλβανίας στην Κοινωνία των Εθνών το 1920 συνδέθηκε με την μονομερή δέσμευση της πρώτης για την προστασία των μειονοτήτων στο έδαφός της στο πλαίσιο του ευρύτερου καθεστώτος προστασίας των δικαιωμάτων των μειονοτήτων που έθετε η ΚτΕ. Ο πρωθυπουργός της Αλβανίας Φαν Νόλι κατέθεσε τη Μονομερή Διακήρυξη της 2.10.1921 με την οποία η Αλβανία δεσμεύτηκε για την προστασία των μειονοτήτων στο έδαφός της, και την οποία επικύρωσε στη συνέχεια το αλβανικό κοινοβούλιο.
γ. Η απόδοση δικαιωμάτων στην ελληνική μειονότητα
Η μονομερής δήλωση του 1921 αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της νομικής αναγνώρισης της ελληνικής μειονότητας και της απόδοσης δικαιωμάτων σε αυτήν. Ωστόσο, είναι ενδιαφέρον να δει κανείς πως το ίδιο το κείμενο της δήλωσης δεν προσδιορίζει συγκεκριμένη μειονοτική ομάδα ως υποκείμενο δικαιωμάτων, αλλά απαριθμεί τις δεσμεύσεις τις Αλβανίας στους πολίτες της που ανήκουν σε εθνικές, θρησκευτικές ή γλωσσικές μειονότητες. Το καθεστώς προστασίας αφορά τη θρησκευτική ελευθερία και τα γλωσσικά δικαιώματα, κατοχυρώνοντας παράλληλα την αρχή της μη διάκρισης και της ισότητας απέναντι στο νόμο. Η Διακήρυξη έγινε δεκτή από το Συμβούλιο της ΚτΕ την ίδια ημέρα της κατάθεσής της και τέθηκε ρητά υπό την εγγύηση των αρμόδιων οργάνων της. Σύμφωνα με την αλβανική κυβέρνηση η ελληνόφωνη ορθόδοξη μειονότητα αριθμούσε 16.000 μέλη στη Νότια Αλβανία για την οποία το αλβανικό κράτος με δικά του έξοδα διατηρούσε 36 μειονοτικά σχολεία για 2.614 μαθητές. Επίσης, λειτουργούσαν 190 ελληνορθόδοξες εκκλησίες και 13 μοναστήρια. Η Αλβανία στο πλαίσιο της δέσμευσής έναντι της ΚτΕ διατύπωσε εγγυήσεις που κατοχυρώνουν την αυτονομία της ορθόδοξης και της καθολικής κοινότητας. Από σχετική επιστολή του αλβανικού ΥπΕξ φαίνεται ότι δεν αναγνωρίστηκε ελληνική εθνική μειονότητα αλλά ελληνόφωνη ορθόδοξη μειονότητα. Η Αλβανία επιχειρεί να ελαχιστοποιήσει το αριθμητικό μέγεθος της μειονότητας, ενώ, αντίστροφα, οι ελληνικές θέσεις εξισώνουν το σύνολο των χριστιανών με τους Έλληνες. Η αναντιστοιχία των μεγεθών παίρνει τη μέγιστη τιμή της στην περιοχή της Κορυτσάς. Ήδη το 1923, επιτροπή της ΚτΕ σημειώνει πως “στην Κορυτσά στην ουσία δεν υπάρχει ελληνόφωνος πληθυσμός”.
Τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας παρέμειναν τυπικά σεβαστά επί Χότζα καθώς και τα δύο Συντάγματα της περιόδου εκείνης (1946 και 1977) αναφέρονταν σε δικαιώματα των μειονοτήτων, χωρίς και πάλι να προσδιορίζουν συγκεκριμένες ομάδες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις μελών και παραγόντων της μειονότητας, το καθεστώς Χότζα έπληξε την μειονότητα στο βαθμό που υποβάθμιζε το επίπεδο ζωής όλων των Αλβανών πολιτών και περιόριζε σημαντικά δικαιώματά τους. Η μειονοτική εκπαίδευση διατηρήθηκε αλλά πέρασε στον άμεσο έλεγχο του κράτους και υποβαθμίστηκε, λόγω της έλλειψης υποδομής και ειδικής κατάρτισης. Στην περίπτωση της Χιμάρας, το καθεστώς έκλεισε το ελληνικό σχολείο ως μέτρο αντιποίνων για την αρνητική στάση των κατοίκων της περιοχής στο δημοψήφισμα του 1946 (για την εγκαθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος). Κατά την έρευνα, ορισμένοι αναφέρθηκαν στην συμμετοχή ελλήνων μειονοτικών και άλλων (Βλάχων και Μακεδόνων) σε υψηλές θέσεις του κομματικού μηχανισμού ενώ άλλοι αναφέρθηκαν στον υπερβάλλοντα ζήλο πολλών μειονοτικών κατά την επιβολή της αθεΐας. Η απαγόρευση κάθε θρησκευτικής δραστηριότητας από το 1967 έπληξε άμεσα και την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας ακυρώνοντας σημαντικά τη θρησκευτική συνείδηση ως τυπικό συνεκτικό κρίκο μεταξύ των ορθοδόξων Αλβανών, Βλάχων και Ελλήνων.
Σήμερα η μειονότητα θεωρείται ως “από πάντα αναγνωρισμένη ως εθνική” κάτι που καταδεικνύει το ιδιαίτερο ιδεολογικό βάρος της ύπαρξης μιας ελληνικής μειονότητας στις σχέσεις Ελλάδας-Αλβανίας. Αντίστοιχα, η αναγνώριση μιας μακεδονικής μειονότητας υιοθετείται στο πλαίσιο των Αλβανο-γιουγκοσλαβικών σχέσεων και η πρόσφατη αναγνώριση της εθνικής μαυροβουνιακής μειονότητας έχει να κάνει ασφαλώς με την πολιτική ενδυνάμωση του Μαυροβουνίου και την πιθανή του ανεξαρτητοποίηση. Η κυριολεκτικά «χθεσινή» αναγνώριση της βλαχικής γλωσσικής μειονότητας τον Ιούνιο 2001 ενδεχομένως αποσκοπεί στην ομογενοποίηση και αυτονόμηση των Βλάχων μέσα σε ένα πλαίσιο ελεχγόμενης αντιμετώπισής τους. Η κίνηση αυτή της αλβανικής κυβέρνησης έχει εξαιρετική σημασία, καθώς από την μια ανταποκρίνεται σε υπαρκτά μεγέθη και συμπεριφορές του αλβανικού πληθυσμού και από την άλλη, επιχειρεί να αντιπερισπάσει την προσπάθεια προσεταιρισμού του βλάχικου στοιχείου της χώρας από την Ελλάδα κυρίως και από την Ρουμανία δευτερεύοντως.
Η νομική και πολιτική κληρονομιά της Διακήρυξης του 1921 δεν πρέπει να θεωρείται αμελητέα ή ξεπερασμένη, ακόμη και εάν σήμερα σπανίως είναι αντικείμενο επίκλησης. Είναι ενδεικτική η θέση που της αφιερώνει η Πρώτη Έκθεση εφαρμογής της Σύμβασης-πλαισίου για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων της Αλβανίας, ως της σημαντικότερης εθνικής μειονότητας στην Αλβανία.
2. Εδαφικότητα, εθνική καταγωγή και υποκειμενικότητες
α. Η φορμαλιστική πρόσληψη των μειονοτικών δικαιωμάτων
Δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι στην Αλβανία η εννοιολόγηση των μειονοτικών δικαιωμάτων είναι προφιλελεύθερη. Εδώ είναι προφανές ότι δεν αναφερόμαστε στις τυπικές εκφορές του λόγου του κράτους, όπως αυτός διατυπώνεται στους νόμους του και το Σύνταγμά του, αλλά στην πρόσληψη αυτών των δικαιωμάτων, τόσο από πλευράς πολιτείας όσο και κοινωνίας. Η προστασία των μειονοτήτων, και ειδικότερα της ελληνικής, συναρτάται, όπως είδαμε, ιστορικά άμεσα της συγκρότησης του Αλβανικού κράτους ως αποτέλεσμα πίεσης εξωγενών παραγόντων και όχι ως αποτέλεσμα μιας κανονικής διαδικασίας εμπέδωσης κράτους δικαίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων εν γένει. Θα μεροληπτούσε όμως κανείς σε βάρος της Αλβανίας εάν της απέδιδε αποκλειστικά αυτόν τον ιστορικά και πολιτειακά ανισόμετρο τρόπο ανάπτυξης της προστασίας των μειονοτήτων. Και άλλα κράτη της περιοχής εντάσσονται σε αυτό το ιδιόμορφο υπόδειγμα ιστορικής εννοιολόγησης των μειονοτικών δικαιωμάτων, του οποίου οι ανεπάρκειες είναι ορατές όταν κανείς διερευνήσει τις σχέσεις των περισσοτέρων μειονοτήτων με την διοίκηση στα Βαλκάνια. Όταν κάποιος —μια διοίκηση ή μια κοινωνία — γενικά απαξιώνει τα δικαιώματα μάλλον είναι ψευδαίσθηση, υποκρισία ή καταναγκασμός (αυτό συμβαίνει συνήθως) ότι σέβεται τα μειονοτικά δικαιώματα. Στη νομική σφαίρα αυτό μεταφράζεται σε έναν αφόρητο φορμαλισμό, ο οποίος γίνεται εξαιρετικά κουραστικός όταν η διοίκηση (εν προκειμένω η αλβανική) αναφέρεται στην κατάσταση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων εντός της επικράτειάς της.
Στις μέρες μας, και εφόσον —όπως θα δούμε στη συνέχεια— η Αλβανία έχει εντάξει στην έννομή της τάξη σειρά διεθνών κειμένων, οι υπηρεσιακοί αξιωματούχοι θεωρούν πως η χώρα διαθέτει πια το πλέον προηγμένο νομικό σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των μειονοτήτων και συνεπώς έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της απέναντι στη διεθνή κοινότητα και στους πολίτες της. Η άποψη πέραν του ότι αγνοεί την (μη) εφαρμογή των υποχρεώσεων αυτών στην επικράτεια, θεωρεί ότι η επικύρωση των νομικών κειμένων και η υιοθέτηση νέων νόμων κατά το πρότυπο των δυτικών δημοκρατιών αρκεί για την κατάκτηση του νομικού πολιτισμού της δύσης και την δημοκρατική εξομάλυνση. Αξίζει πάντως να παρατηρήσει κανείς ότι η προσχηματική χρήση αυτού του επιχειρήματος αρχίζει σταδιακά να αποδίδει καρπούς αλλά στους ίδιους τους εκπροσώπους της αλβανικής διοίκησης, οι οποίοι έχουν αρχίσει να το πιστεύουν. Βέβαια, θα αδικούσε κανείς τους αξιωματούχους της χώρας αυτής εάν τους απέδιδε την αποκλειστικότητα σε αυτού του είδους τις βολονταριστικές συμπεριφορές («αυτό που πιστεύουμε, αυτό είναι»), οι οποίες απαντώνται ένθεν και ένθεν των συνόρων της. Εκείνο πάντως που πραγματικά αποτελεί αλβανική, ας την πούμε, ιδιαιτερότητα, (ή μήπως στρατηγική;) είναι η πολύ πιο ρεαλιστική και άρα πιστευτή, αλλά εξ ίσου προσχηματικής χρήσης, θεώρηση πως “αυτά μπορούμε, αυτά κάνουμε”, δηλαδή το επιχείρημα της αλβανικής ένδειας. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις, η αλβανική διοίκηση όταν συνδιαλέγεται διεθνώς, προσφεύγει σε υπέρμετρα συχνή χρήση της επίκλησης των πραγματικά δύσκολων κοινωνικο-οικονομικών περιστάσεων που βιώνει, προκειμένου να δικαιολογήσει αδράνειες και συμπεριφορές, η αλλαγή των οποίων κοστίζει περισσότερο πολιτικά παρά οικονομικά. Για τον προηγούμενο λόγο, η εικόνα από την Αλβανία (την εγκυρότητα της οποίας πιστοποίησαν όλοι οι εκπρόσωποι των διεθνών οργανισμών επί του πεδίου όσο και εκτός), είναι πως η χώρα είναι ένας “δύσκολος” διεθνής συνομιλητής, ο οποίος προστρέχοντας εναλλάξ —κατά το δοκούν— είτε σε υπεραισιόδοξα φορμαλιστικά είτε σε κυνικά πεσιμιστικά επιχειρήματα, στην πράξη καλύπτει την αδυναμία του ή μη βούληση του να εφαρμόσει πραγματικά αυτά που του ζητούνται από το διεθνές δίκαιο.
Το άρθρο 20 του Αλβανικού Συντάγματος αφορά άμεσα τα μειονοτικά δικαιώματα:
“1. Πρόσωπα που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες ασκούν σε πλήρη ισότητα ενώπιον του νόμου τα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες. 2. Έχουν το δικαίωμα να εκφράζουν ελεύθερα, χωρίς απαγορεύσεις ή περιορισμούς, το εθνοτικό, πολιτιστικό, θρησκευτικό και γλωσσικό ανήκειν. Έχουν το δικαίωμα να το διατηρούν και να το αναπτύσσουν, να σπουδάζουν και να διδάσκονται στη μητρική τους γλώσσα, όπως επίσης να συνενώνονται σε οργανισμούς και εταιρείες για την προστασία των συμφερόντων και της ταυτότητάς τους.”
Tο άρθρο αυτό κρίνεται υπερεπαρκές σε σχέση με τα ευρωπαϊκά standards προστασίας των μειονοτήτων. Ενδιαφέρον είναι ωστόσο, να παρατηρήσει κανείς ότι η Επιτροπή Βενετίας,[10] σε γνωμοδότηση επί του τελικού σχεδίου του Συντάγματος ζητά από την τότε Συνταγματική Επιτροπή της Αλβανίας να τροποποιήσει την παράγραφο 1, έτσι ώστε αυτό να διατυπώνεται ως εξής: “…τα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες τους”.[11] Η μικρή αυτή προσθήκη που χωρίς αποτέλεσμα ζητήθηκε να ενσωματωθεί από την Επιτροπή Βενετίας στο σώμα του άρθρου δεν στερείται νοήματος. Από την άλλη, η εμμονή της αλβανικής πλευράς να μην συμπεριλάβει την αντωνυμία “τους” στο σώμα του άρθρου προφανώς και δεν οφείλεται σε λόγους συντακτικούς. Έχει να κάνει με την απροθυμία της Αλβανίας να δώσει συνταγματικό έρεισμα σε μειονοτικά δικαιώματα των οποίων το κανονιστικό περιεχόμενο διευρύνει ή κατά τι εξέχει του γενικού κανονιστικού περιεχομένου διατάξεων προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ο αλβανός συντακτικός νομοθέτης επιθυμεί να αποδώσει στις μειονότητες τα δικαιώματα “κάθε ανθρώπου”. Πρακτικά λοιπόν, στη σφαίρα της εκπαίδευσης που είναι και η καίρια διαφοροποιητική μειονοτική αξίωση, το σχετικό δικαίωμα δεν συνεπάγεται υποχρέωση του κράτους να εκπαιδεύει δημοσίως όλους τους αλβανούς πολίτες στη μητρική τους γλώσσα, αλλά να εγγυάται την ανεμπόδιστη πρόσβαση όλων των αλβανών πολιτών, ανεξάρτητα από μητρική γλώσσα, στο υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα.[12] Η προηγούμενη διαπίστωση φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από το κρίσιμο εδάφιο της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 20, σύμφωνα με το οποίο [τα πρόσωπα που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες] “Έχουν το δικαίωμα να … σπουδάζουν και να διδάσκονται στη μητρική τους γλώσσα”. Δεν στερείται ενδιαφέροντος ωστόσο, το γεγονός ότι “η αλβανική αντιπροσωπεία εξήγησε ότι η παράγραφος 2 του μεταφράστηκε τμηματικώς ακατάλληλα και ότι το πρωτότυπο περιείχε τις λέξεις “να διδάσκουν ή να διδάσκονται στη μητρική τους γλώσσα”. Αυτό ερμηνεύτηκε ως μια υποχρέωση του κράτους να δημιουργεί τις απαιτούμενες συνθήκες για μια τέτοια διδασκαλία και ότι, ως εκ τούτου καμία επιπρόσθετη αναφορά στο άρθρο για την εκπαίδευση δεν κρίθηκε απαραίτητη”.[13]
Είναι λοιπόν προφανές πως, μολονότι το αντίθετο καταγράφεται ως εικαζόμενη βούληση της Αλβανικής κυβέρνησης, είναι εξαιρετικά δύσκολο να συνάγει κανείς από το αλβανικό Σύνταγμα υποχρέωση δημόσιας παροχής μειονοτικής εκπαίδευσης, ενώ αντιθέτως καθίσταται σαφές ότι τίποτε δεν μπορεί να εμποδίσει την λειτουργία ιδιωτικών μειονοτικών σχολείων, οπουδήποτε στην αλβανική επικράτεια, σύμφωνα εξάλλου με νόμο που ψηφίστηκε εκ των υστέρων.
β. Η προβληματική της εδαφικότητας: ένα προβληματικό rationae loci
Η προστασία της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία είναι προϋπόθεση της παραμονής των μειονοτικών σε περιοχές που αναγνωρίζονται ως τέτοιες. Έτσι λοιπόν, η αναγνώριση δικαιωμάτων στην μειονότητα συναρτάται της παραμονής της στην προ-ορισμένη περιφέρειά της. Η προηγούμενη διαπίστωση δεν θα είχε κάποιο εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς η Αλβανία δεν είναι το μόνο κράτος που συναρτά παροχή μειονοτικών δικαιωμάτων με την διαβίωση σε ένα συγκεκριμένο τμήμα της επικράτειας. Εξ άλλου, ακόμη και η Σύμβαση-πλαίσιο σχετικά με την προστασία των εθνικών μειονοτήτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, που είναι το πιο σύγχρονο κείμενο που έχει επικυρώσει η Αλβανική κυβέρνηση σχετικά με τα μειονοτικά δικαιώματα, περιέχει μια πολύ “μαλακή” διατύπωση σε ό,τι αφορά την υποχρέωση των κρατών να παράσχουν μειονοτική εκπαίδευση, ειδικότερα δε όταν αυτή η εκπαίδευση παρέχεται ήδη σε συγκεκριμένα τμήματα της επικράτειας.
Αυτό που δίνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα προηγούμενα, είναι πως η Αλβανική διοίκηση δομεί όλη τη λογική της προστασίας της ελληνικής μειονότητας στο σύστημα των λεγόμενων “μειονοτικών ζωνών” το οποίο είναι νομικά έωλο. Η έλλειψη νομικού προσδιορισμού των μειονοτικών ζωνών συνεχίζεται μέχρι σήμερα όπου κάθε σχετική αναφορά θεωρεί σχεδόν μεταφυσικά δεδομένη και απαραβίαστη την ύπαρξή τους.
Δεν υπάρχει δηλαδή πουθενά μέσα στην αλβανική έννομη τάξη, καταγεγραμμένη η έννοια της μειονοτικής ζώνης, πόσο δε μάλλον η έκτασή της. Είναι λοιπόν παράδοξο ότι ενώ είναι γνωστό πως οι “μειονοτικές ζώνες” είναι νομικά ανύπαρκτες - ούτε καν αυθαίρετες - δεν εντοπίζεται ουσιαστική πίεση εκ μέρους της μειονότητας προς την κατεύθυνση της ουσιαστικής παύσης της επίκλησής τους. Η ελληνική πρεσβεία στα Τίρανα, σε υπόμνημά της (της 28ης Ιουνίου 1999) με τίτλο The educational issue in the Greek ethnic minority in Albania, ένα από το λιγοστά κείμενα στα οποία εντοπίσαμε αρνητική προδιάθεση έναντι των “μειονοτικών ζωνών”, ουσιαστικά υποσκάπτει το επιχείρημά της, ζητώντας την κατάργηση του συστήματος των ζωνών, ως να είναι δυνατό να καταργηθεί ένα νομικό πλάσμα που δεν υπάρχει. Από την άλλη πλευρά, από την επιχειρηματολογία της Ομόνοιας, δεν μπορεί κανείς να συνάγει συνολική εναντίωση στη χρήση του επιχειρήματος ύπαρξης “μειονοτικών ζωνών”, αλλά αντιθέτως σημεία που συνηγορούν υπέρ της επέκτασης των δικαιωμάτων που απολαμβάνει η “μειονοτική ζώνη” σε περιοχές που δεν καλύπτονται από αυτήν (κυρίως στη Χιμάρα).[14] Το γεγονός ότι η πολιτική εκπροσώπηση της μειονότητας όχι μόνο δεν φαίνεται να αρνείται τη λογική της “μειονοτικής ζώνης”, αλλά επιχειρεί να την ευθυγραμμίσει σε διαφορετικές πολιτικές σκοπιμότητες από αυτές του αλβανικού κράτους, μας κατέστη σαφές από προφορικές συζητήσεις που είχαμε με τη σημερική ηγεσία της Ομόνοιας, από τις οποίες προέκυψε ότι το αίτημα της “κατάργησης” τους είναι μαξιμαλιστικό, καθώς η πολιτική φάση στην οποία βρίσκεται η μειονότητα είναι αμυντική και άρα θα ήταν μάλλον άκαιρη η επί της αρχής αρνητική τοποθέτηση στο ζήτημα της ύπαρξης της μειονοτικής ζώνης. Με άλλα λόγια, είναι ευκολότερο για την ελληνική μειονότητα να διεκδικεί επέκταση των δικαιωμάτων που (υποτίθεται πως) η ζώνη συνεπάγεται στη Χιμάρα, παρά να αξιώνει την παύση της επίκλησης ενός ούτως ή άλλως νομικά ανύπαρκτου καθεστώτος.
Ο πραγματικός λόγος που προκύπτει από την οχύρωση της αλβανικής πλευράς πίσω από το επιχείρημα της “μειονοτικής ζώνης” είναι εύκολα αναγνώσιμος, αν και εξόχως προβληματικός, τόσο σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της με τη μειονότητα και την Ελλάδα όσο με το ευρωπαϊκό ή διεθνές αναδυόμενο νομικό γίγνεσθαι σχετικά με τα μειονοτικά δικαιώματα, το οποίο καταρχήν δεν συναρτά τα μεγέθη αναγνώρισης και προστασίας μειονοτήτων με το έδαφος στο οποίο αυτές διαβιούν. Ο λόγος για τον οποίον η ελληνική μειονότητα δείχνει, και αυτή από την πλευρά της, απρόθυμη να απαγκιστρωθεί από τη θεωρία των “ζωνών”, μάλλον έχει να κάνει με την επιφύλαξή ή φόβο της να αντιμετωπίσει τα νέα πραγματικά δεδομένα που έχουν προκύψει από την αφαίμαξη του μειονοτικού στοιχείου, εξαιτίας της εξόδου προς την Ελλάδα, τα οποία εξάλλου ευρύτερα σηματοδοτούν μια ραγδαία μετατόπιση των δημογραφικών πληθυσμιακών ισορροπιών στο Νότο της Αλβανίας.
Ωστόσο, μόλις πολύ πρόσφατα η Αλβανία δείχνει σημάδια απαγκίστρωσης από την εδαφικότητα της απόδοσης μειονοτικών δικαιωμάτων. Στην έκθεση εφαρμογής της Σύμβασης-πλαισίου δεν αναφέρεται καθόλου η θεωρία περί ύπαρξης των μειονοτικών ζωνών χωρίς όμως και να διατυπώνεται οποιδήποτε κριτήριο για την οπουδήποτε ανεμπόδιστη τοπική εφαρμογή των σχετικών δικαιωμάτων.
γ. Η “εθνική καταγωγή”: ένα αναχρονιστικό rationae personae
Η “εθνική καταγωγή” ως κριτήριο ή προϋπόθεση απόδοσης μειονοτικών δικαιωμάτων είναι ασύμβατη με την κυρίαρχη αυτήν τη στιγμή στην Ευρώπη αντίληψη για τα υποκείμενα των μειονοτικών δικαιωμάτων. Το σημείο τομής σε αυτήν την αντίληψη, που αποκτά κανονιστικό περιεχόμενο με το τέλος του ψυχρού πολέμου είναι το γνωστό άρθρο 32 του Καταληκτικού Κειμένου ΔΑΣΕ της Κοπεγχάγης, σύμφωνα με το οποίο “το να ανήκει κανείς σε μια εθνική μειονότητα είναι ζήτημα προσωπικής του επιλογής του ατόμου και κανένα μειονέκτημα δεν μπορεί να προέλθει από την άσκηση αυτής της επιλογής”. Η σχετική διάταξη της Σύμβασης-πλαίσιο για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων συναφώς, εάν και με χαμηλότερη έμφαση προβλέπει πως “κάθε πρόσωπο που ανήκει σε μια εθνική μειονότητα έχει το δικαίωμα να επιλέγει ελεύθερα το να αντιμετωπίζεται ή όχι ως τέτοιο και κανένα μειονέκτημα δεν πρέπει να απορρέει από αυτήν την επιλογή” (άρθρο 3).
Η “εθνική καταγωγή” αποτελεί επιβίωση του δικαίου του αίματος (ius sanguinis). Συνιστά μια φυλετικού τύπου πρόσληψη του ανθρωπίνου υποκειμένου, η οποία κατορθώνει και υφίσταται στους καιρούς μας, σε πείσμα των προηγουμένων εξελίξεων που δείχνουν σαφώς πως κριτήριο για την προστασία των μειονοτήτων δεν είναι κανενός είδους γενεαλογική αντικειμενικότητα (“το αίμα που κυλά στις φλέβες μας” όπως οι απανταχού εθνικιστές, μειονοτικοί και μη, αρέσκονται να λένε), αλλά η υποκειμενική βούληση του να ανήκει ή να μην ανήκει κανείς σε μια ομάδα ανθρώπων. Πριν την υιοθέτηση του νέου αλβανικού Συντάγματος, 17 βουλευτές του αλβανικού Κοινοβουλίου κατέθεσαν πρόταση τροπολογίας του σχετικού με τις μειονότητες άρθρου 20, στην οποία ζητούσαν την περίπου expressis verbis ενσωμάτωση του
Λάμπρος Μπαλτσιώτης, Τάσος Τέλλογλου,
Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Δημήτρης Χριστόπουλος
Ι. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ:
ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ.
Ο καθορισμός, τα μεγέθη και η κατάσταση της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία αποτέλεσε ζήτημα τριβής του ελληνικού με το αλβανικό κράτος από τη δημιουργία του δεύτερου έως και σήμερα. Έτσι, η ανάλυση της συγκυρίας και η προσπάθεια εξαγωγής συμπερασμάτων δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη πέρα από την παρούσα πολιτική πραγματικότητα, τόσο τους διεθνείς συσχετισμοί και την ιστορική ανάλυση, αφού είναι εύκολα διαπιστώσιμο ότι μια σειρά από πολιτικές (από τις εμπλεκόμενες πλευρές), αλλά και τα ιδεολογήματα στα οποία πολλές φορές βασίζονται, ανάγονται ή έλκουν την καταγωγή τους στον δέκατο ένατο και στις αρχές του 20ου αιώνα.
1. Από το κοινό ελληνοαλβανικό έθνος στην δημιουργία της Βορείου Ηπείρου
Η βούληση εδαφικής επέκτασης της Ελλάδας προς βορράν, και η σύγκρουσή της με τους ήδη συγκροτημένους στα μέσα του 19ου αιώνα σλαβικούς εθνικισμούς, την ώθησε στην πολιτική προσεταιρισμού των αλβανόφωνων πληθυσμών. Η μεγάλη ανατολική κρίση του 1875-1881, είναι ίσως η αρχή μιας συγκροτημένης ελληνικής πολιτικής έναντι του τότε γεννημένου Αλβανικού Ζητήματος, και αυτού του ίδιου του αλβανικού εθνικισμού σαν συγκροτημένης ιδεολογίας. Ο αλβανικός εθνικισμός συγκροτείται αρκετά αργά σε σχέση με τους άλλους βαλκανικούς εθνικισμούς, και εκμεταλλεύεται ως ένα σημείο το σχήμα του "κοινού σλαβικού κίνδυνου", αφού περιοχές που κατοικούνται από Αλβανούς διεκδικούνται από Σέρβους, Μαυροβούνιους και Βουλγάρους. Έτσι, δεν είναι παράδοξο ότι σε αρκετές περιπτώσεις ιδεολογήματα και επιστημονικοφανή συμπεράσματα της ελληνικής πλευράς, τροποποιημένα ή μη, ενστερνίζεται και ενσωματώνει και η αλβανική πλευρά.
Η βασική ιδεολογική αιχμή της ελληνικής πλευράς είναι ότι οι Αλβανοί δεν συνιστούν έθνος, αλλά αντίθετα μια ρευστή εθνότητα, που θα οδηγείτο στην συγχώνευση της στο ελληνικό έθνος. Ενδιάμεσο στάδιο για την επίτευξη της συγχώνευσης και για την πολιτική εκπροσώπηση των μουσουλμάνων σε ένα κοινό ελληνοαλβανικό κράτος (δηλαδή ελληνικό) ήταν το ιδεολόγημα του κοινού ελληνοαλβανικού έθνους. Η πολιτική αντιμετώπισης των Αλβανών ως "μη έθνους" συνεχίστηκε και μετά την ίδρυση του αλβανικού κράτους, ακόμη και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Βασική παραλλαγή αυτής της πολιτικής είναι ότι κάθε ορθόδοξος Αλβανός είναι Έλληνας ή εν δυνάμει Έλληνας. Η τάση αυτή ενυπάρχει και σήμερα στην ελληνική πολιτική και σε αυτή της "Ομόνοιας", και εν μέρει έδωσε το ιδεολογικό υπόβαθρο στην πρόσφατη κρίση στη Χιμάρα. Η σκέψη αυτή θεωρεί ιστορικό πεπρωμένο την μετατροπή των ορθόδοξων Αλβανών σε Έλληνες βασιζόμενη σε ψευδή δεδομένα.
Αντιστρόφως, ο φόβος της Ελλάδας και του Πατριαρχείου για την δημιουργία αλβανικού εθνικισμού, συνιστώσα του οποίου θα ήταν οι ορθόδοξοι Αλβανοί, βρίσκει σύμμαχο την Οθωμανική Αυτοκρατορία, και μετά το 1908 και την Επανάσταση των Νεότουρκων, η οποία, από την δική της πλευρά, βλέπει εχθρικά την συγκρότηση των μουσουλμάνων Αλβανών σε έθνος. Η Ελλάδα, μετά την αποτυχία της να προσαρτήσει το 1913 το έδαφος που διεκδικεί (δηλαδή μέχρι και την γραμμή Αυλώνα-Κορυτσά), παγιώνει τη χρήση του όρου "Βόρειος Ήπειρος". Ο αλυτρωτικός (πια) όρος Βόρειος Ήπειρος χαρακτηρίζει τα εδάφη που ακόμα διεκδικούνταν από την Ελλάδα και ο όρος "Βορειοηπειρώτης" αντίστοιχα τους ορθόδοξους πληθυσμούς που τα κατοικούσαν. Μέχρι και σήμερα, ως επιχείρημα της ελληνικότητας αυτών των περιοχών προτάσσεται η ύπαρξη ελληνικών σχολείων σε πολλές ορθόδοξες κοινότητες μέχρι τη δημιουργία του αλβανικού κράτους ή και αργότερα, εξυπακούωντας τον απαράλλαχτο και στατικό χαρακτήρα της εθνικής ταυτότητας. Αγνοείται έτσι η ιδιαίτερη θέση και γόητρο της ελληνικής γλώσσας και παιδείας στα ύστερα οθωμανικά Βαλκάνια, και ιδίως στην περιοχή αυτή, ακόμη και μετά τη δημιουργία του αλβανικού κράτους ακόμη και στους μουσουλμάνους.
2. Η Ήπειρος μεταξύ δύο εθνικών κρατών
Η αλβανοφωνία προς νότον στην Ήπειρο επεκτείνεται μέχρι τη γραμμή Αγιοι Σαράντα-Δέλβινο-νότια του Αργυροκάστρου. Ανατολικά της Δρόπολης και του Πωγωνίου ακολουθεί ουσιαστικά τη συνοριακή γραμμή συναντώντας τη σλαβοφωνία στα δυτικά άκρα των νομών Φλώρινας και Καστοριάς. Το νοτιοδυτικό τμήμα νοτίως της γραμμής που περιγράψαμε κατέχει συμπαγώς η ελληνοφωνία. Νότια όμως της ελληνόφωνης περιοχής, σταδιακά από την θάλασσα - και όσο επεκτείνεται προς νότον καταλαμβάνοντας μεγαλύτερο τμήμα της ενδοχώρας – υπάρχει η άλλωτε συμπαγής αλβανόφωνη περιοχή της Τσαμουριάς. Η αλβανοφωνία ξεκινούσε από το νοτιοδυτικό άκρο του σημερινού αλβανικού κράτους (χωριά της Κονίσπολης), καταλάμβανε μικρό τμήμα της δυτικότερης επαρχίας Φιλιατών, ολόκληρη την επαρχία Θυάμιδος (Ηγουμενίτσας) και Μαργαριτίου, σημαντικό τμήμα της επαρχίας Σουλίου (το δυτικότερο), έφτανε ανατολικά μέχρι το νοτιοδυτικό άκρο του νομού Ιωαννίνων και καταλάμβανε σημαντικό τμήμα του νομού Πρέβεζας (περίπου δυτικά του Θεσπρωτικού και βόρεια του Λούρου). Η συμπαγής όμως αυτή αλβανόφωνη περιοχή δεν ήταν ομοιόμορφη και θρησκευτικά, αφού στο νομό Πρέβεζας και στη περιοχή της Πάργας δεν υπήρχαν μουσουλμανικοί οικισμοί.
Αντίθετα, οι ελληνόφωνες περιοχές στην Αλβανία, συνιστούν συνεχή επέκταση της ελληνοφωνίας. Εδώ, όλος ο ελληνόφωνος πληθυσμός είναι ορθόδοξος και οι ελάχιστοι αλβανόφωνοι οικισμοί δεν αλλοιώνουν την εικόνα της συμπαγούς ελληνοφωνίας. Στην αλβανόφωνη περιοχή της "Βόρειας Ηπείρου", απαντώνται ορθόδοξοι και μουσουλμανικοί (σουνίτες και μπεκτασήδες), πληθυσμοί.
Μια πρώτη παρατήρηση σε σχέση με τα παραπάνω είναι ότι σε περιοχές όπως της Κορυτσάς, της Ερσέκας, του Λεσκοβικίου, της Πρεμετής, και προφανώς σε όλες τις βορειότερες, δεν υπήρχε ούτε μια ελληνόφωνη αγροτική εγκατάσταση. Παρόλα αυτά, η κατασκευή και η διεκδίκηση της Βορείου Ηπείρου βασίστηκε σε δύο μερικές αποκρύψεις: της γλώσσας των ορθοδόξων, και κατά δεύτερο λόγο, της θρησκευτικής σύνθεσης του πληθυσμού. Πρέπει εδώ να τονιστεί ότι η υποτιθέμενη ελληνόφωνη αυτή περιοχή άρχιζε από την Χιμάρα, συμπεριλαμβάνοντας και τα επτά ιστορικά της χωριά. Συνηθισμένη τακτική επίσης, ήταν η κατηγοριοποίηση σε Έλληνες και Αλβανούς σύμφωνα με το θρήσκευμα: οι ορθόδοξοι είναι Έλληνες και οι μουσουλμάνοι Αλβανοί. Η ελληνική ιστοριογραφία έχει επίσης αποσιωπήσει τον ουσιαστικό ρόλο των (νότιων) ορθόδοξων Αλβανών, κυρίως της Κορυτσάς και κατά δεύτερο λόγο του Μπερατίου, αλλά ακόμη και του Αργυροκάστρου, στην αλβανική εθνογένεση.
3. Η ελληνική μειονότητα
Ο τρόπος με τον οποίο η ελληνική μειονότητα, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, συγκροτήθηκε ιστορικά και δημογραφικά, είναι περισσότερο αποτέλεσμα της πολιτικής που ασκήθηκε επί Χότζα, παρά των διαφόρων ελληνοαλβανικών τριβών και της ελληνικής πολιτικής για την ελληνική μειονότητα τον Μεσοπόλεμο.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στις λεγόμενες “μειονοτικές ζώνες” υπήχθησαν όλοι οι οικισμοί των οποίων μητρική γλώσσα ήταν η ελληνική. Ουσιαστικά μόνο τα τρία ελληνόφωνα χωριά της Χιμάρας και η Narta (Άρτα) της Αυλώνας δεν εντάχθηκαν σε μειονοτικό καθεστώς, ενώ αντίθετα εντάχθηκαν σε αυτό τα δύο ελληνόφωνα χωριά της περιφέρειας της Πρεμετής, μολονότι δεν είχαν υπογράψει στον Μεσοπόλεμο το αίτημα της προσφυγής στο Δικαστήριο της Χάγης για το ζήτημα των σχολείων.
α. Η ελληνική ταυτότητα και ο αριθμός των Ελλήνων στην Αλβανία
Ένα από τα κεφαλαιώδη προβλήματα που αντιμετωπίζει κανείς σήμερα, ερευνώντας τα μεγέθη της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία, είναι πως, κατά τη διάρκεια του χοτζικού καθεστώτος, το δικαίωμα της μειονοτικής εκπαίδευσης αλλά και της "εθνικότητας" (Kombesia) του ατόμου χανόταν εκτός των "μειονοτικών ζωνών", ακόμη και σε πόλεις των νομών όπου υπήρχαν οι μειονοτικές ζώνες. Η μετοίκηση λοιπόν από τη “μειονοτική ζώνη” συνεπάγεται, για δύο περίπου γενιές, την στέρηση των μειονοτικών δικαιωμάτων. Οποιαδήποτε λοιπόν αριθμητική προσέγγιση των μεγεθών της μειονότητας είναι λειψή, εάν δε λάβει υπόψη της το προηγούμενο δεδομένο, του οποίου πλέον οι πραγματολογικές διαστάσεις δεν είναι εντοπίσιμες.
Το 1930, υπάρχει μια σχετικά αξιόπιστη καταγραφή 37.000 Ελλήνων στην Αλβανία, αριθμός που δίνει το ανώτερο δυνατό όριο. Η αντίστοιχη αύξηση του αλβανικού πληθυσμού μέχρι τη δεκαετία του 1980 είναι τετραπλάσια, κάτι που θα έφερνε τον ελληνικό-ελληνόφωνο πληθυσμό περίπου στις 150.000. Αντίθετα, η απογραφή του 1989 δίνει 58.758 Έλληνες, χωρίς να περιλαμβάνεται σε αυτούς ο πληθυσμός της Χιμάρας. Προφανώς, πρόκειται για αυτούς οι οποίοι ήταν καταγραμμένοι με Kombesia grek (Εθνικότητα ελληνική). Η αλβανική απογραφή έδινε 56.500 Έλληνες για τις περιφέρειες των Αγ. Σαράντα, Δέλβινου και Αργυρόκαστρου (59.700 αν ομαλοποιηθεί για το 1992). Το άθροισμα των κατοίκων των αγροτικών οικισμών, μαζί με τους Έλληνες των τριών πόλεων της περιοχής - ακολουθώντας στον αριθμό τους και τις εκτιμήσεις των ίδιων των Ελλήνων της Αλβανίας - και παραδεχόμενοι υποθετικά όλο τον πληθυσμό των ελληνικών χωριών, ως ελληνόφωνο, με δυσκολία θα ξεπερνούσε τις 60.000-61.000 των Ελλήνων στην περιοχή των μειονοτικών ζωνών. Η απόκλιση από την αλβανική απογραφή του 1989, αφορά δηλαδή maximum 4.000 ως 5000 Έλληνες μέσα στις μειονοτικές περιοχές.[1]
Εκτός των μειονοτικών ζωνών, οι αριθμητικές εκτιμήσεις είναι σαφώς πιο δύσκολες. Πέρα από το καταγραμμένο αντικειμενικό πρόβλημα της στέρησης των μειονοτικών δικαιωμάτων ως αποτέλεσμα της μετοίκησης, τίθενται πλέον και άλλες δυσκολίες υποκειμενικής φύσης που αφορούν τον επαναπροσδιορισμό της πραγματικής ταυτότητας των ανθρώπων αυτών, αλλά και της γλώσσας τους στις περιοχές εκτός “μειονοτικών ζωνών”.[2] Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στα Τίρανα, όπου η απογραφή δίνει 610 άτομα ως Έλληνες, και δευτερευόντως στην Αυλώνα στην οποία δίνει 200. Ο αριθμός των Ελλήνων ήταν και είναι στα Τίρανα, αλλά και στην Αυλώνα και στο Δυρράχιο, υπερπολλαπλάσιος των αλβανικών απογραφών, και αυτό είναι προφανές αποτέλεσμα της μετοίκησης και της εξόδου από τον αγροτικό αλβανικό νότο προς τα αστικά κέντρα.
Ο εξαιρετικά δύσκολος εντοπισμός της ελληνικής μειονότητας εκτός “μειονοτικής ζώνης” είναι επίσης αποτέλεσμα του υψηλού βαθμού ένταξής της στην αλβανική κοινωνία. Η κοινωνική ανέλιξη των Ελλήνων της Αλβανίας ήταν δυνατή και "ευπρόσδεκτη" από το καθεστώς στο βαθμό που συνοδεύονταν από απομάκρυνση από την ελληνική εθνική ιδεολογία. Η βαθμιαία – ηθελημένη ή έμμεσα εξαναγκαστική - αφομοίωση των Ελλήνων της Αλβανίας αποτέλεσε την προϋπόθεση ένταξής τους στον αλβανικό εθνικό ιστό. Με αυτήν την έννοια, σε αντίθεση με την “Εθνική Ελληνική Μειονότητα”, οι Έλληνες της Αλβανίας δεν ήταν ποτέ κοινωνικά αποκλεισμένοι ή περιθωριοποιημένοι.
Αποτέλεσμα αυτής της ένταξης των Ελλήνων στην αλβανική κοινωνία είναι και ο σημαντικός αριθμός των μεικτών γάμων: ένας στους δύο γάμους, σύμφωνα με έρευνα του Ιδρύματος Soros στην Αλβανία πριν από τρία χρόνια, έχει γίνει με άτομα άλλης εθνικότητας. Τα παιδιά που προέρχονται από μεικτούς γάμους στα αλβανικά αστικά κέντρα είχαν πλημμελή ή καθόλου γνώση της ελληνικής γλώσσας και ήταν πλήρως ενσωματωμένα σε μια αλβανική εθνική ταυτότητα κάτι που σήμερα φαίνεται ότι έχει μερικώς αναστραφεί.
Η σταδιακή αφομοίωση των μειονοτικών που κατοικούσαν εκτός ζώνης, η φυγή πολλών μελών της μειονότητας προς την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 30, τα σημαντικά μεγέθη διασποράς που προέρχονται από την ελληνική μειονότητα, είναι παράγοντες που συμβάλλουν σε σημαντική μείωση του αρχικά υπολογισμένου μέγιστου αριθμού των 150.000, και αναγκαστικά μειώνουν τον αριθμό των Ελλήνων κάτω από τις 100.000. Θεωρούμε ότι στους 60.000 της μειονότητας στις ζώνες πρέπει να προσθέσουμε έναν αριθμό καταγόμενων από αυτές, γύρω στις 20.000 για την υπόλοιπη Αλβανία, οι οποίοι διατηρούσαν και διατηρούν μια δευτερεύουσα ελληνική εθνοτική ταυτότητα και επαρκή ή μέτρια γνώση της ελληνικής γλώσσας.
Μπορούμε, με αρκετή ευκολία, να θεωρήσουμε Έλληνες τη συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων των ελληνόφωνων αγροτικών οικισμών. Παρόλα αυτά, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι και σε αυτά τα χωριά υπάρχουν οικογένειες μεικτών γάμων, κυρίως με ορθόδοξους Αλβανούς. Σχετικά με τους μειονοτικούς των τριών πόλεων των μειονοτικών ζωνών, Γενικός κανόνας που αφορά τους μειονοτικούς των τριών πόλεων των «ζωνών» (Δέλβινο, Αγ. Σαράντα και Αργυρόκαστρο) είναι ότι στις πόλεις αυτές τα εκάστοτε παιδιά των μεικτών γάμων, ακόμη και αν γνώριζαν την ελληνική γλώσσα, είχαν υπερισχύουσα την αλβανική ταυτότητα. Αυτό ισχύει λιγότερο για τους Αγ. Σαράντα, αρκετά για το Δέλβινο και σχεδόν καθολικά για το Αργυρόκαστρο, στο οποίο άλλωστε όλο τον 20ο αιώνα οι Έλληνες ήταν μια μικρή μειοψηφία. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι ακόμη και τα τέκνα οικογενειών με αμφότερους γονείς από την ελληνική μειονότητα, στον βαθμό που δεν έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, ή δεν εξαρτώνται κοινωνικά και οικονομικά από "βορειοπηπειρωτικά" δίκτυα, έχουν μια διπλή ταυτότητα. Μια εθνική-κρατική αλβανική και μια εθνοτική ελληνική, οι οποίες μάλιστα δεν βρίσκονται σε σύγκρουση. Τη διαπίστωση της μη-συγκρουσιακότητας των δύο αυτών ταυτοτήτων πρέπει να πάρει πολύ σοβαρά η ελληνική πολιτική στην Αλβανία.
Ιδιαίτερο πρόβλημα συνιστά η κατάσταση στα Τίρανα κυρίως, και σε άλλες πόλεις όπως η Αυλώνα και το Δυρράχιο. Υπάρχουν και άλλα στοιχεία που μας επιτρέπουν εκτιμήσεις για έναν ελληνικό πληθυσμό “πολλαπλών ταχυτήτων”. Στις βουλευτικές εκλογές του 1992, το ΚΕΑΔ έλαβε από 1 ως 2,4% στις διάφορες ζώνες των Τιράνων, φτάνοντας περίπου τις 2000 ψήφους στις δημοτικές εκλογές του 1992. Σημειώνουμε ακόμη την αδυναμία των Ελλήνων των Τιράνων να ιδρύσουν σχολείο ή σύλλογο, σε αντίθεση με τους Μακεδόνες, που έχουν ιδρύσει συλλόγους όχι μόνο στα Τίρανα, αλλά και σε άλλες πόλεις. Σε τι βαθμό μπορεί να συντηρηθεί η ελληνική ταυτότητα στις μεγάλες αλβανικές πόλεις είναι νομίζουμε ένα καίριο ζήτημα. Φαίνεται ότι μέχρι στιγμής αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Η ελληνική μειονότητα στα Τίρανα βρίσκεται σε σαφώς πλεονεκτικότερη κοινωνικοοικονομική θέση από ότι οι σλαβόφωνοι, και έτσι μπορεί από μια πρώτη ματιά να εξηγηθεί η μεγαλύτερη "συσπείρωση" των δεύτερων.
Η αποψίλωση των πόλεων του νότου από Έλληνες μειονοτικούς, κατά τη γνώμη μας, είναι, αυτή τη στιγμή, σημαντικότερο ζήτημα από τη "γεωγραφική" αποψίλωση που επιφέρει η πλήρης ή μερική εγκατάλειψη ορισμένων οικισμών. Θα μπορούσε να συμφωνήσει κανείς ότι η εγκατάλειψη των ακριτικών περιοχών των μειονοτικών ζωνών, όπως στην περιοχή Πωγωνίου, έχει μια πολιτική σημασία στο βαθμό που "συρρικνώνει" τη μειονοτική περιφέρεια. Η ελληνική μειονότητα όμως, περισσότερο λογικά παρά συμβολικά, θα πρέπει να ενδιαφέρεται περισσότερο για την ανάπτυξη ορισμένων μεγάλων οικισμών στην περιοχή.
Τα αριθμητικά μεγέθη της μειονότητας σήμερα, εντός των ζωνών (συμπεριλαμβανομένων των πόλεων), δεν πρέπει να ξεπερνούν το ένα τρίτο του αρχικού της μεγέθους. Ένας αριθμός γύρω στις 20.000 με 25.000 πρέπει να ανταποκρίνεται στην σημερινή κατάσταση. Ένα άλλο ζήτημα που είναι καίριο σε ότι αφορά την ποιοτική απεικόνιση των προηγουμένων μεγεθών, είναι ο αριθμός των εναπομεινάντων ανθρώπων που διαθέτουν μόνιμη απασχόληση στην Αλβανία και δεν πηγαινοέρχονται στην Ελλάδα.
Η διατήρηση μιας "αγροτικής" μειονότητας, στενά συνδεδεμένης με τη γη της, καθίσταται και εκ των πραγμάτων ιδιαίτερα προβληματική σήμερα. Χωρίς να αμφισβητεί κανείς τη σημασία του γεωστρατηγικού επιχειρήματος της "κατοχής" από την μειονότητα συμπαγών περιοχών, αυτό συντηρεί την εγκυρότητά του, μόνο μέσω της πολιτικής μη μεταβίβασης των ελληνικών περιουσιών και γαιών. Από την πλευρά του, το αλβανικό κράτος δεν έχει ούτε τις οικονομικές δυνατότητες ούτε μάλλον και (ισχυρή) πολιτική βούληση να υλοποιήσει μια πολιτική πληθυσμιακής διάσπασης των ελληνόφωνων περιοχών. Η ρητορική της Ομόνοιας σχετικά με την παντοτινή προσπάθεια του αλβανικού κράτους να διώξει τη μειονότητα και να την διασπάσει στο γεωγραφικό χώρο, έρχεται σε αντίθεση με τις διαπιστώσεις σχετικά με την περιορισμένη μεταφορά πληθυσμού επί Χότζα σε μια “σοβιετικού” τύπου ανάπτυξη περιοχών. Ουσιαστικά τροφοδοτεί την ιδιαίτερα αναχρονιστική εδαφοκεντρική πρόσληψη των μειονοτικών δικαιωμάτων από την ίδια την ηγεσία της μειονότητας. Κατά τα λοιπά, η αντίληψη αυτή ελάχιστα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η επανατροφοδότηση αυτής της λογικής σήμερα προκειμένου να φανεί πως τάχα η αγροτική έξοδος των Ελλήνων προς τα παράλια και το αλβανικό κέντρο είναι αποτέλεσμα της βούλησης του αλβανικού κράτους για πολιτική διάσπαση της μειονότητας, είναι ανεδαφική. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποκλειστεί το ότι τμήματα της αλβανικής ηγεσίας μπορεί να έχουν στο νου μια τέτοια πολιτική για το μέλλον. Χρειάζεται όμως απλώς παρακολούθηση και αξιολόγηση κάθε φορά των πληθυσμιακών μετακινήσεων και όχι αταβιστική επανάληψη κάποιων ιδεολογημάτων.
β. Οι Βλάχοι της Αλβανίας
Η βλαχόφωνη γλωσσική ομάδα στην Αλβανία συνιστά και σήμερα την πολυπληθέστερη μάλλον αλλόγλωσση ομάδα. Η ομάδα αυτή, πέρα από την αστική της συνιστώσα, τμήμα της οποίας συμμετέχει ενεργά στις αλβανικές ελίτ από τη δημιουργία του αλβανικού κράτους, αλλά και πιο πριν ακόμη, μεταπολεμικά κυρίως μετακινήθηκε από τους αγροτικούς και κτηνοτροφικούς οικισμούς προς τις πόλεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν βρίσκονται και σήμερα Βλάχοι σε αγροτικές εγκαταστάσεις. Στην σημερινή τους εγκατάσταση οι Βλάχοι μπορούν να εντοπιστούν σε δύο τοπικές-γεωγραφικές ενότητες. Η πρώτη κατοικεί στις περιοχές του Πόγραδετς, της Κορυτσάς και της Ερσέκας, της Πρεμετής, και σε μικρότερο βαθμό του Αργυροκάστρου και των Αγ. Σαράντα. Η δεύτερη σημαντική οικιστική συγκέντρωση εντοπίζεται βόρεια της γραμμής Αυλώνας -Βερατίου μέχρι την Καβάγια. Ένα σημαντικό τμήμα των πόλεων του Δυρραχίου, του Ελμπασάν, της Λούσνια, του Φιέρι και της Αυλώνας κατοικείται από Βλάχους. Από την πρώτη ενότητα, ένα επίσης σημαντικό τμήμα των πόλεων του Πόγραδετς, της Κορυτσάς, και μικρό τμήμα στις άλλες πόλεις του νότου επίσης κατοικείται από Βλάχους. Σε αυτές τις πόλεις πρέπει να προσθέσουμε και τα Τίρανα, αλλά και σε μικρότερο βαθμό το Μπεράτι. Οι κωμοπόλεις και τα χωριά με αμιγή ή σχεδόν αμιγή βλάχικο πληθυσμό είναι σήμερα ελάχιστα.
Ο έγκυρος ερευνητής Tom Winnifrith υπολόγισε, το 1998, σε 200.000 του Βλάχους της Αλβανίας, συμπεριλαμβάνοντας όλους αυτούς που αυτοαποκαλούνται Βλάχοι από καταγωγή - ασχέτως αν γνωρίζουν τη γλώσσα – καθώς και όσους την μιλούν αλλά δεν αναφέρονται σε ξεχωριστή ταυτότητα. Το ΚΕΑΔ δίνει 150.000, η Ρουμανική πρεσβεία 300.000. Οι ηγέτες του "φιλορουμανικού" Συλλόγου στα Τίρανα μας ανέφεραν 200.000 Βλάχους, εκ των οποίων 100.000 ομιλούν τη γλώσσα. Ο αριθμός αυτός πρέπει να βρίσκεται κοντά στην πραγματικότητα για το 1990. Είναι προφανές ότι η διαδικασία αφομοίωσης των Βλάχων ομοιάζει εν πολλοίς με αυτή της ελληνικής μειονότητας.
Σε αρκετές περιπτώσεις, και από τους ίδιους του Βλάχους της Αλβανίας, αμφισβητείται το ενιαίο της ομάδας αυτής. Προτάσσεται μια ομαδοποίηση σχετική με τον περιοχή εγκατάστασης ή και τον οικισμό απώτερης καταγωγής της κάθε ομάδας. Πράγματι, ιστορικά μπορούμε να μιλήσουμε για αρκετές ομάδες Βλάχων με σημαντικές κοινωνικοοικονομικές διαφοροποιήσεις, διαφορετικό βαθμό αστικοποίησης, αλλά και διαφορετική συμμετοχή στις αλβανικές ελίτ. Η ιστορική αυτή κατηγοριοποίηση όμως πολύ λίγο σχετίζεται με την ανάλογου τύπου ομαδοποίηση που γίνεται από τους ίδιους τους Βλάχους της Αλβανίας. Θεωρούμε ότι σήμερα μια προσπάθεια ανίχνευσης τέτοιων διαφοροποιήσεων που να πηγάζουν από το ιστορικό παρελθόν της κάθε ομάδας και να σχετίζονται με την ενδεχόμενη πολιτική της συμπεριφορά έχει περισσότερο ιστορικό παρά πολιτικά και κοινωνιολογικά ανιχνεύσιμο ενδιαφέρον. Αντιθέτως, σημαντική αναφορικά με την πολιτική έκφραση και στάση σε σχέση με την Ελλάδα είναι η κατηγοριοποίηση με τοπικούς-γεωγραφικούς όρους σε δύο ομάδες: την νοτιανατολική και την βορειοδυτική, όπως ακριβώς τις περιγράψαμε παραπάνω. Η πολιτική συμπεριφορά του πληθυσμού αυτού συναρτάται επίσης της κατηγοριοποίησής του σε αστικό και αγροτικό-κτηνοτροφικό. Από τους ίδιους τους Βλάχους της Αλβανίας, αποκρύπτεται μια άλλη κατηγοριοποίηση που εμφανίζεται όταν εξετάζουμε το σύνολο των βλαχικών κοινοτήτων στα Βαλκάνια. Είναι αυτή ανάμεσα σε "Armani" και "Rramani", με βάση το πώς αυτοαποκαλείται η ομάδα στη γλώσσα της. Η πρώτη ομάδα χαρακτηρίζεται από την εδραία εγκατάσταση σε χωριά πολύ νωρίς και την πρώιμη αστικοποίηση σημαντικών τμημάτων της. Η δεύτερη - σε σημαντικό τμήμα της - είχε μέχρι πρόσφατα έντονα τα χαρακτηριστικά του ημινομαδισμού. Η κατηγοριοποίηση αυτή δεν είναι άγνωστη στις κοινότητες των Βλάχων. Στην Αλβανία όλος σχεδόν ο πληθυσμός, εκτός αυτού που κατοικεί ή προέρχεται από μερικούς μετρημένους στα δάκτυλα του ενός χεριού οικισμούς ανήκει στη δεύτερη ομάδα. Το σημαντικό σε σχέση με αυτή την κατηγοριοποίηση είναι, όπως έδειξε και η πρόσφατη έρευνα του Thede Kahl,[3] ότι η δεύτερη ομάδα διακρίνεται από μια συντηρητικότητα, διατηρώντας περισσότερο μια ιδιαίτερη ταυτότητα, τη γλώσσα και τον πολιτισμό της.
Η κατηγοριοποίηση σε νοτιοανατολική και βορειοοδυτική ομάδα που προτείναμε παραπάνω σχετίζεται περισσότερο με την πολιτική συμπεριφορά αλλά και την ταυτότητα της κάθε ομάδας. Η ομάδα της ΝΔ Αλβανίας εμφανίζει μια διακριτή βλάχικη εθνοτική ταυτότητα, που δεν προτάσσεται ούτε αντιτάσσεται όμως στην αλβανική εθνική. Η ΝΑ ομάδα εκδηλώνει μια διαφορετική ταυτότητα, πιο φιλλεληνική ή και ελληνικού τύπου, η οποία, εκτός των ιστορικών λόγων, σχετίζεται και με την σημαντική επιρροή που ασκεί σε αυτήν την ομάδα η ελληνική πλευρά εξαιτίας και της γειτνίασης. Η παραπάνω δεν είναι μια δομική ιστορική ανάλυση της βλαχικής ταυτότητας στην Αλβανία, αλλά εξετάζει εκδηλώσεις και ενδιαφέρουσες συμπεριφορές της ομάδας, όπως αυτές εμφανίζονται ως συμπτώματα, μέσα σε μείζονες γεωπολιτικές συγκυρίες. Το ίδιο κάνει και η ανάλυση που διαχωρίζει τους Βλάχους της Αλβανίας σε "φιλέλληνες" και "φιλορουμάνους".
Κατά τη διάρκεια των μεταπολεμικών χρόνων, η συμμετοχή των Βλάχων στην νέα κοινωνική πραγματικότητα είναι ιδιαίτερα έντονη. Η αφύπνιση της βλάχικης ταυτότητας ξεκινά με την πτώση του χοτζικού καθεστώτος. Έτσι λοιπόν, εμφανίζεται μια σημαντική τάση που φαίνεται ότι ενδιαφέρεται για μια διακριτή εθνοτική ταυτότητα. Στην πρώτη φάση (1991-1992) όλοι οι εμπλεκόμενοι τάσσονται υπέρ της ανάδειξης του ιδιαίτερου βλαχικού πολιτισμού. Οι σε σύντομο χρονικό διάστημα διασπάσεις των συλλόγων και η δημιουργία διαφόρων τάσεων στους κόλπους των Βλάχων, ανατρέπει αυτή την αρχική εικόνα. Εικόνα ωστόσο που δεν λαμβάνει υπόψη της, ότι ένα σημαντικό τμήμα της κοινότητας μένει εντελώς αμέτοχο από την αρχή τόσο στο ζήτημα της ξεχωριστής ταυτότητας ή έστω στην εκδήλωσή της, όσο κυρίως στη διαμάχη των διαφόρων παρατάξεων. Άλλωστε, η ίδια η κοινότητα δεν φαίνεται ότι ήταν ώριμη ούτε και να ενδιαφέρεται για μια τέτοια ρήξη με την αλβανική κοινωνία ή μια διάρρηξη της αλβανικής ταυτότητας της, όπως αυτή προωθούνταν τότε από τους "ηγέτες" της.
Πολύ νωρίς, σε αυτή την νέα διαμόρφωση στάσεων των Βλάχων εισέρχεται και η ελληνική πλευρά. Η έλλειψη Βορειοηπειρωτικών σωματείων και οργανώσεων, άρα και δικτύων, εδώ αναπληρώνεται με τη χρησιμοποίηση των Βλάχικων Συλλόγων της Ελλάδας και κάποιων Ελλήνων Βλάχων. Το ελληνικό συγκριτικό πλεονέκτημα της θεώρησης εισόδου στην Ελλάδα χρησιμοποιείται ήδη από πολύ νωρίς. Με την προσδοκία της ελληνικής βίζας, η ιδιαίτερη βλάχικη ταυτότητα φωτίζεται μονομερώς, αυτολογοκρίνεται και ουσιαστικά αποκρύπτεται, ενώ σταδιακά αναδεικνύεται σε κάποια τμήματα της νοτιοανατολικής ομάδας ο ταυτοτικός τύπος του “Ελληνόβλαχου”. Όλες οι επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι οι Βλάχοι παρουσιάζουν μεγάλη ταύτιση με τον λαό με τον οποίο συ-ζουν. Η όποια "βλαχικότητα" υποτάσσεται στην μείζονα εθνική συνείδηση. Οι Βλάχοι στην Ελλάδα νιώθουν Έλληνες, στην Αλβανία Αλβανοί, στην πγδ της Μακεδονίας, Μακεδόνες. Αυτό δεν αποκλείει ούτε αποκλίσεις, ούτε την ύπαρξη πολλαπλών ταυτοτήτων. Το σημαντικότερο τμήμα των Βλάχων της Αλβανίας έχει αλβανική εθνική συνείδηση. Η ταύτιση αυτή έχει το αντίστοιχό της εθνικό-καταγωγικό μύθο, ο οποίος είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος και ενσωματωμένος από τους ίδιους τους Βλάχους: Οι Βλάχοι κατάγονται από τους Ιλλυριούς, κάτι δηλαδή που τους καθιστά εξίσου, αν όχι πιο Αλβανούς από τους Αλβανούς. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι επίσης το ότι απουσιάζει ανάλογος εθνικός-καταγωγικός μύθος που να συνδέει τους Βλάχους της Αλβανίας με την Ελλάδα. Η δημιουργία του στις μέρες μας, αρχίζει μέσω της επαφής των βλάχικων συλλόγων των δύο χωρών. Πρόκειται για την μεταφορά του μυθεύματος της αρχαιοελληνικής καταγωγής και της παντοτινής διγλωσσίας των (Ελλήνων) Βλάχων όπως αποτυπώνεται και στα προπαγανδιστικά επιστημονικοφανή έργα του Αχ. Λαζάρου που μεταφράζονται στα αλβανικά.
Αποκαλυπτικός νομίζουμε είναι και ο κυρίαρχος αλβανικός λόγος για τους Βλάχους: είναι εδώ και καιρό Αλβανοί, οι οποίοι μάλιστα συνεισέφεραν στη δημιουργία του αλβανικού κράτους. Ο λόγος αυτός τους τοποθετεί μέσα στην εθνική γενεαλογία, κάτι ανάλογο που παρατηρούμε στον ελληνικό λόγο για τους Βλάχους, και αντικατοπτρίζει τον βαθμό, αλλά και τον τρόπο, ενσωμάτωσής τους στην κοινωνία. Η συγκριτικά μεγαλύτερη ταύτιση των Βλάχων της Ελλάδας με τους Έλληνες σε σχέση με τα άλλα βαλκανικά κράτη, όπως αυτή αποτυπώνεται στη μελέτη του Τh. Kahl, είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κατάστασης στα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη και της μικρότερης χρονικά εθνικής ιστορίας που αυτά έχουν σε σχέση με την Ελλάδα. Τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν για άτομα της ομάδας από τη σχετικά μεγαλύτερη διαφοροποίηση των Βλάχων σε αυτά τα κράτη, χωρίς όμως και την απομάκρυνσή τους από τον εθνικό κορμό είναι σημαντικά.[4]
Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ήδη το 1992, εμφανίζονται δύο τάσεις: η φιλορουμανική και η φιλελληνική. Η φιλορουμανική τάση έχει ερείσματα σε όλες τις βλαχόφωνες περιοχές, ακόμη και σε αυτές που θεωρούνται ότι ελέγχονται από την άλλη τάση. Το παραπάνω δεν αποδεικνύει μηχανιστικά κάποια βλάχο-ρουμάνικη ταυτότητα, εκτός ίσως από κάποιους ηγετικούς κύκλους των συλλόγων. [5] Αντίθετα, τόσο αυτό όσο και άλλα παραδείγματα αντίστοιχης "φιλελληνικότητας" πρέπει πάντα να εξετάζονται στο αλβανικό πολιτειακό περίγραμμα.
Σημαντικό βοήθημα, αν και ανεπαρκές, αφού εστιάζει στην φιλορουμανική τάση, στην εξέταση της ταυτότητας των Βλάχων της Αλβανίας είναι η μελέτη "The Albanian Aromanians' Awakening: Identity Politics and Conflicts in Post-Communist Albania" της St. Schwandner-Sievers που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του European Center for Minority Issues το 1999, αλλά και οι ανταλλαγές απόψεων που είχαμε με τη συγγραφέα.
Η συγγραφέας χρησιμοποιεί παραδείγματα που ενδυναμώνουν την εντύπωσή μας ότι η αντίστοιχες εντάξεις είναι ρευστές. Γράφει σχετικά: “Με το να δημιουργούν ανταγωνιστικούς λόγους, που καθρεπτίζουν Ρουμανικές και Ελληνικές κοσμοθεωρίες αντίστοιχα, οι Αλβανοί Βλάχοι καταφέρνουν να εξασφαλίσουν το μέλλον των παιδιών τους και να δημιουργήσουν νέες κοινωνικές θέσεις για τους ίδιους”. Όπως εξαιρετικά το διατυπώνουν οι ίδιοι οι Βλάχοι: “Είμαστε Αλβανοί, και προσαρμοζόμαστε στις συνθήκες”. Ή όπως μας το διατύπωσε ο Ρουμάνος πρέσβης: "Σήμερα είναι Βλάχοι, αύριο μπορεί να είναι κάτι άλλο." Η διαχείριση συστηματικής επαναδιαπράγματευσης της ταυτότητας των Βλάχων, είναι δομικό συστατικό της παρουσίας τους στην αλβανική επικράτεια. Η επαναδιαπραγμάτευση αυτή όμως κινείται μέσα ή στα όρια της αλβανικής εθνικής ταυτότητας. Φαίνεται μάλιστα ότι η κάθε "παράταξη" αποκτά στα μάτια των Βλάχων, της έσω-ομάδας δηλαδή, μιαν άλλη σημασία: Οι φιλελληνικοί σύλλογοι έχουν μεγαλύτερη πολιτική σημασία για αυτούς, οι άλλοι μεγαλύτερη πολιτιστική.
Είναι παραδεκτό από όλους ότι οι εντάξεις σε μια από τις δύο ομάδες ελάχιστα ενδιαφέρουν τους πολιτικά μη δραστήριους. Ακόμη είναι διαπιστωμένο ότι σε όσο υψηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα ανήκουν οι Βλάχοι, τόσο απέχουν από τις δραστηριότητες των Συλλόγων, και τόσο πιο σταθερή αλβανική ταυτότητα εμφανίζουν. Παρόλα αυτά, πρέπει να γίνει μια μικρή αναφορά σε μερικά χαρακτηριστικά της κάθε τάσης. Τα οικονομικά ασθενέστερα στρώματα στρέφονται περισσότερο προς την ελληνική πλευρά. Η ποσοτικά ασθενέστερη φιλορουμανική τάση διαθέτει άτομα που προέρχονται από τις αλβανικές ελίτ και γνωστές προσωπικότητες της αλβανικής διανόησης. Οι ηγετικές ομάδες της τάσης αυτής σαφώς στρέφονται πολιτικά προς τα δεξιά. Από τους συλλόγους αυτούς υπάρχουν διατυπωμένα αιτήματα για εκπαίδευση στα βλάχικα, για τη ψήφιση του Χάρτη των περιφερειακών και μειονοτικών γλωσσών του Συμβουλίου της Ευρώπης από την Αλβανική κυβέρνηση, καθώς και για μεταφορά της βλάχικης λειτουργίας σε εκκλησίες περιοχών που κατοικούν Βλάχοι. Φαίνεται ότι πρόκειται για μια ομάδα 30-50 ατόμων, σημαντική όμως για τα αλβανικά δρώμενα. Στους διάφορους συλλόγους της τάσης αυτής είναι ορατή μια στοιχειώδης σύνδεση και δραστηριότητα. Την μετά το 1997 αποδυνάμωσή τους είναι πιθανόν να αναπληρώνουν αντίστοιχοι τοπικοί σύλλογοι που έχουν αναλάβει περισσότερες πρωτοβουλίες σε περιοχές που κατοικεί η ΒΔ ομάδα των Βλάχων, κυρίως στις πόλεις. Η ρουμανική πρεσβεία δεν φαίνεται να ελέγχει το μοναδικό "σχολείο", στην πραγματικότητα φροντιστήριο, βλάχικης γλώσσας στην Divjaka που σχετίζεται με τη διασπορά. Πέρα από την λειτουργία ανάλογου φροντιστηρίου στο Ελμπασάν, είναι πολύ πιθανόν ότι θα υπάρξει προσπάθεια λειτουργίας και άλλων τέτοιων "σχολείων". Από την πλευρά τους, οι φιλελληνικοί σύλλογοι διακρίνονται για την πολυδιάσπαση τους, την απουσία ενεργών μελών, και φαίνεται ότι ανδρώθηκαν μέχρι σήμερα μάλλον ως μεσολαβητές πελατειακών εξυπηρετήσεων. Η δημιουργία ενός "φιλοαλβανικού" βλάχικου συλλόγου δεν φαίνεται να σηματοδοτεί τίποτα ιδιαίτερο, εκτός από μια προσπάθεια ανακατανομής της βλάχικης "πίττας".
Η έντονη δραστηριοποίηση των Βλάχων γύρω από τις υποτροφίες, η οποία έχει παρασύρει σε αγώνα δρόμου τις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Ρουμανίας, θεωρείται από ερευνητές ότι οφείλεται στην προσπάθειά τους να συνεχίσουν να βρίσκονται στις ελίτ της κοινωνίας. Αυτό που τελικά διακρίνει τους Βλάχους της Αλβανίας είναι μια ταυτοτική ευκαμψία ("flexibility of identity"). Έχει διαπιστωθεί ότι οι νέοι δεν πολυενδιαφέρονται για μια βλάχικη ταυτότητα. Σε αυτό όμως το παιχνίδι ταυτοτήτων, η γλώσσα εξακολουθεί να έχει σημαντική σημασία. Ηγέτες των φιλελληνικών συλλόγων των Βλάχων στην Κορυτσά και στο Αργυρόκαστρο, που μάλιστα αναφέρονταν στα "δίκαια του Ελληνισμού", ήταν κατά της εγκατάλειψης της γλώσσας, χωρίς όμως ταυτόχρονα να συνηγορούν υπέρ της ένταξής της στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Είναι φανερό ότι μετά την επιστροφή τόσο των φοιτητών, όσο κυρίως των μεταναστών, από μια χώρα στην οποία έχουν πάει μόνο και μόνο για την καλύτερη διαβίωσή τους, και η οποία βρίσκεται σε πολύ υψηλότερο επίπεδο, αναπτύσσονται συναισθηματικοί δεσμοί. Οι δεσμοί με την χώρα αυτή, εν προκειμένω την Ελλάδα, είναι εκείνοι που δημιουργούν το ελληνικό προβάδισμα στην προσπάθεια εθνικού προσεταιρισμού του βλάχικου στοιχείου της Αλβανίας. Στην πρόσφατη μάλιστα αναπάντεχη αναγνώριση των Βλάχων ως γλωσσικής μειονότητας από την αλβανική κυβέρνηση, χωρίς να προσδιορίζεται ο πληθυσμός της ομάδας, υπογραμμίζεται η ένταξη των Βλάχων στην αλβανική κοινωνία αλλά και οι σχέσεις τους με την Ελλάδα και την Ρουμανία[6].
4. Η περίπτωση της Χιμάρας
α. Ιστορική και πολιτική διάσταση
Τα 7 χωριά που παραδοσιακά αποτελούσαν την περιοχή της Χειμάρας, συνιστούν ειδική περίπτωση κοινότητας σε όλη την ύστερη οθωμανική περίοδο και αργότερα, μετά τη δημιουργία του αλβανικού κράτους μέχρι σήμερα. Κατέχει ειδικό καθεστώς σε όλη τη διάρκεια του ύστερου οθωμανικού κράτους, το οποίο λίγο πολύ διατηρεί και επί αλβανικού κράτους μέχρι τον Μεσοπόλεμο, τασσόμενη στην πλευρά του ελληνικού κράτους στις αρχές τους 20ου αιώνα, παρόλα τα απολύτως “ανασφαλή ελληνικά αισθήματα των κατοίκων” κατά τις ελληνικές εκθέσεις. Είναι μάλλον η μόνη περιοχή στην Αλβανία, η οποία, με τοπικό δημοψήφισμα, αρνήθηκε την εφαρμογή του νόμου του 1991 για το μοίρασμα της γης και των παλιών περιουσιών, εκκρεμότητα που υπάρχει μέχρι σήμερα. Σε αντίθεση με την αλβανική ρητορική, τα τρία από τα επτά χωριά μιλούσαν, τουλάχιστον από τις αρχές του 19ου αιώνα, ελληνικά.
Η κοινοτική ενότητα της Χιμάρας βασιζόταν στην χριστιανική της ένταξη, και ουδόλως ενδιέφερε τις ενδοκοινοτικές υποθέσεις το ζήτημα της γλώσσας. Τo γεγονός ότι καταγράφεται στον Μεσοπόλεμο σημαντική τάση για την διατήρηση ή το άνοιγμα (ανάλογα με την περίοδο) ελληνικών σχολείων δεν αναιρεί την προηγούμενη διαπίστωση. Η διαμάχη αυτή του Μεσοπολέμου αφορούσε μόνο τις τρεις ελληνόφωνες κοινότητες και τις τάσεις που δημιουργήθηκαν στο εσωτερικό τους, αφήνοντας αδιάφορες τις τέσσερις υπόλοιπες αλβανόφωνες κοινότητες. Επίσης, σε όλο τον 20 αιώνα, στις στάσεις των κοινοτήτων αυτών, σημαντικό ρόλο παίζει και η μεγάλη τους διασπορά, η οποία συνήθως στρέφεται προς την ελληνική πλευρά. Το 1959 αφαιρείται η ελληνική εθνικότητα από τα τρία ελληνόφωνα χωριά της Χιμάρας. Η σημαντική μετανάστευση από την Χιμάρα στην Ελλάδα μετά το 1991 δημιούργησε νέους ισχυρούς δεσμούς και ενεργοποίησε πάλι τα παλαιότερα δίκτυα της διασποράς.
Για ιστορικούς λόγους που σχετίζονται με τα παραπάνω, αλλά και λόγω της "ηρωικής" της ένταξης στους εθνικούς αλβανικούς μύθους, η Χιμάρα έχει μεγάλη συμβολική σημασία για το αλβανικό έθνος, στο εσωτερικό του αλβανικού κράτους. Αντίθετα, η συμβολική σημασία της Χιμάρας στους ελληνικούς εθνικούς μύθους είναι σαφώς μικρότερη. Σήμερα, ο μέσος μορφωμένος αλβανός θεωρεί την Χιμάρα αλβανικό λίκνο, αλλά αγνοεί και την ελληνοφωνία των μισών περίπου κατοίκων της. Θεωρούμε ότι και σήμερα ο πληθυσμός της Χιμάρας συνιστά ιδιαίτερη περίπτωση τοπικής ταυτότητας, όπως εξ άλλου έχει καταγραφεί σε έκθεση του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι, μεταφέροντας μάλιστα θέση Ελλήνων διπλωματών του 1994: “Οι Χιμαριώτες έχουν αναπτύξει ξεχωριστή ταυτότητα και δεν θέλουν να θεωρούνται Έλληνες ή Άλβανοι.”.[7] Πρέπει επίσης, για παράδειγμα, να ληφθεί υπόψη ότι ενώ ήδη στις εκλογές του 1992, η Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων πλειοψήφησε στην Χιμάρα, οι εκκαθαρίσεις του Μπερίσα αργότερα από μειονοτικούς στον στρατό, την αστυνομία και τις μυστικές υπηρεσίες, ουδόλως άγγιξαν τους Χιμαριώτες, ανεξάρτητα από γλώσσα. Είναι προφανές ότι η δημιουργία μετώπου στην Χιμάρα μέσω της εκλογική διαμάχης δεν μπορεί να εξηγηθεί πολιτικά παρά μόνο για την μετέπειτα συμβολική της σημασία για την ελληνική πλευρά. Επαναφέροντας τη λογική του 19ου αιώνα, η αναγνώριση της ύπαρξης μιας ελληνικής κοινότητας σε ακραία βόρεια σημεία θα μπορούσε να “χρησιμεύσει” στα εξής: κατά πρώτο λόγο, μετατοπίζει την υπό "ελληνική επίδραση" περιοχή στο από παλαιά τεθέν βορειοανατολικό όριό της. Κατά δεύτερο λόγο κερδίζεται μια συμβολική νίκη ενάντια στο αλβανικό κράτος: Ο OSCE/ODHIR και το Συμβούλιο της Ευρώπης στην αναφορά τους σχετικά με τις τοπικές εκλογές της Χιμάρας αναφέρονται σε "Greek speaking minority", "Greek community" και αρχίζουν διαδικασία έρευνας για την περιοχή που συνοδεύεται από αποστολή του Συμβουλίου της Ευρώπης την άνοιξη του 2001.
β. Το εκπαιδευτικό ζήτημα στη Χειμάρα
Στο Πρωτόκολλο της Χιμάρας (1921) ως προς την εκπαίδευση, αναφέρεται ότι η αλβανική γλώσσα θα είναι υποχρεωτική γλώσσα διδασκαλίας για όλα τα σχολεία και τα μαθήματα και η ελληνική θα είναι δεύτερη γλώσσα επιλογής για όσους το επιθυμούν. Στη Χιμάρα (Χιμάρα, Δρυμάδες και Παλάσσα) λειτούργησαν υποτυπώδη ελληνικά σχολεία από το 1937 μέχρι το 1940. Το δικαίωμα λειτουργίας ελληνικού σχολείου αφαιρέθηκε το 1946 ύστερα από την μαζική καταψήφιση του δημοψηφίσματος για την έγκριση του καθεστώτος Χότζα από τους κατοίκους της και η Χιμάρα “αποχαρακτηρίστηκε” από μειονοτική ζώνη. Από το 1991 το αίτημα να ανοίξει ελληνικό μειονοτικό σχολείο είναι σταθερό, τόσο από κατοίκους όσο και από οργανώσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το ζήτημα τίθεται πρακτικά μόνο για τη χώρα της Χιμάρας, στην οποία λειτουργεί δημοτικό σχολείο με 240 παιδιά (εκ των οποίων 140 ελληνόφωνα, απροσδιόριστου όμως αριθμού εκείνων που θα επιθυμούσαν τη λειτουργία ελληνικού σχολείου).
Σε σχετική επιστολή γονέων μαθητών της Χιμάρας, το Υπουργείο Παιδείας της Αλβανίας (13.8.1998) απάντησε ότι η Χιμάρα δεν είναι χαρακτηρισμένη μειονοτική περιοχή και συνεπώς δεν είναι δυνατό να ανοίξει μειονοτικό σχολείο. Μπορεί όμως να προστεθεί η διδασκαλία της ελληνικής ως γλωσσικό μάθημα. Στην προσφορά του Υπ. Παιδείας οι Χειμαριώτες και η Ομόνοια απαντούν με επιμονή ότι δεν αποδέχονται καμία άλλη λύση από το άνοιγμα σχολείου με πλήρες ελληνόφωνο πρόγραμμα. Ωστόσο, με πρωτοβουλία της Ομόνοιας, παρέχεται η δυνατότητα φροντιστηριακής διδασκαλίας της ελληνικής 1-2 ώρες κάθε μέρα ύστερα από το πέρας των μαθημάτων για όσους μαθητές το επιθυμούν. Δεν υπάρχει αξιόπιστη πηγή για το πόσοι μαθητές παρακολουθούν τα μαθήματα αυτά. Το φροντιστήριο ελληνικής γλώσσας λειτουργεί άτυπα, χωρίς όμως να είναι αναγνωρισμένο από το κράτος. Εάν έγινε τέτοια αίτηση και αυτή απορρίφθηκε δεν στάθηκε δυνατό να το μάθουμε. Στη θέση του Υπ. Παιδείας ότι δεν υπάρχει κανένα κώλυμα στην ίδρυση ιδιωτικού ελληνόγλωσσου σχολείου, δεν υπάρχει καμία ανταπόκριση, εκτός από την ίδρυση νηπιαγωγείου που ιδρύθηκε από την Εκκλησία όμως σήμερα ανήκει στον έλεγχο οργανώσεων του εξωτερικού (πιθανώς Βορειοηπειρωτών). Συμπερασματικά, η κρίση γύρω από το αίτημα της ίδρυσης μειονοτικού σχολείου φαίνεται ότι είναι τεχνηέντως υπερτιμημένη, χωρίς να στοχεύει στην άμεση υλοποίησή του. Αυτό γίνεται φανερό από το γεγονός ότι οι δύο αντίπαλοι, Σοσιαλιστικό Κόμμα και Ομόνοια σε τοπικό επίπεδο, δεν διαφωνούν στην προοπτική ίδρυσης μειονοτικού σχολείου. Επίσης, από τη στάση εκείνων που ζητούν επίμονα το μειονοτικό σχολείο, οι οποίοι ταυτόχρονα αποφεύγουν να αξιοποιήσουν την πρόταση για επισημοποίηση της επιπρόσθετης διδασκαλίας στο πλαίσιο του προγράμματος του δημόσιου σχολείου, που έτσι κι αλλιώς έχουν ήδη υλοποιήσει. Από την πλευρά του αλβανικού Υπ. Παιδείας η επίκληση της μη ύπαρξης μειονοτικής ζώνης συμπαρασύρει την ελληνική κυβέρνηση και τη μειονότητα να ζητά όχι την κατάργηση των ζωνών, αλλά την επέκτασή τους. Ως προς την επιχείρηση επέκτασης των υποκειμένων της μειονότητας διαπιστώσαμε ότι στη Χιμάρα, το ζήτημα έχει λάβει διαστάσεις μείζονος προβλήματος χωρίς όμως να αφορά στην μειονοτική ή όχι ταυτότητα των κατοίκων. Η ένδυση στενών μικροπολιτικών και προσωπικών οικονομικών αντιπαραθέσεων με το “μειονοτικό ζήτημα” έσυρε την ελληνική επίσημη και “παράπλευρη” πολιτική να εμπλακεί σε έναν αγώνα δρόμου για την υποτιθέμενη κατοχύρωση μειονοτικών δικαιωμάτων, ενδυναμώνοντας το ρεύμα δημιουργίας “νέων μειονοτικών”.
Η συνέχιση της πολιτικής διόγκωσης τοπικών προβλημάτων και η μετατόπισή τους στη σφαίρα των εθνικών ζητημάτων ενδεδυμένα με τη μειονοτική διάσταση και μόνο, θα αποβεί αναμφίβολα σε βάρος της ποιότητας της εφαρμοστέας πολιτικής επί των ελληνοαλβανικών σχέσεων και της αποτελεσματικής στήριξης της ελληνικής μειονότητας.
ΙΙ. Η ΘΕΣΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
1. “Ελληνική Εθνική Μειονότητα”: το όνομα και το βάρος.
α. Τυπολογικά χαρακτηριστικά και ιδιαιτερότητες
Η ελληνική μειονότητα της Αλβανίας είναι μια τυπική βαλκανική μειονότητα. Συγκεντρώνει τα περισσότερα – εάν όχι όλα – τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν ένα minimum τυπολογίας του μειονοτικού φαινομένου στα Βαλκάνια (αλλά και με την ευρεία έννοια στην υπόλοιπη Ευρώπη):
- συγκέντρωση πληθυσμού σε περιοχή κοντά στα σύνορα,
- όμορο κράτος το οποίο η μειονότητα προσλαμβάνει ως πατρίδα,
- πατρίδα που θεωρεί ως “φυσική” την υποχρέωση να προστατεύει τη μειονότητα.
Στο τελευταίο σημείο, αναγκαίο είναι για την πρόσληψη του φαινομένου να λάβει κανείς υπόψη του ότι η περιοχή στην οποία κατοικεί η μειονότητα – αλλά και ένθεν αυτής – ήταν από τη στιγμή της συγκρότησης του Αλβανικού κράτους, διεκδικούμενη από την Ελλάδα. Το γεγονός ότι οι διεκδικήσεις αυτές δεν επανατροφοδοτήθηκαν μέσα στη δεκαετία του 90 από το επίσημο ελληνικό κράτος, αλλά από όλους τους υπόλοιπους παράγοντες διαμόρφωσης πολιτικής στην περιοχή προερχόμενους από την Ελλάδα και την μειονότητα στο μεγάλο μέρος της, εξασθενεί μεν αλλά δεν εξαφανίζει την δεδομένη πολιτικά και ιστορικά εξηγήσιμη αλβανική καχυποψία. Τίθενται λοιπόν νέα ερωτηματικά, καθώς αυτή τη φορά καθίσταται σαφές ότι το ίδιο το ελληνικό κράτος δυσκολεύεται να καθετοποιήσει την πολιτική του στη βάση και να αδρανοποιήσει τους “δικούς του” μηχανισμούς εκείνους που υπονομεύουν την σταθερότητα στην περιοχή.
Εάν ιστορικά η “φυσική” υποχρέωση της Ελλάδας να προστατέψει την μειονότητα έχει αφήσει περιθώρια πολλαπλών αναγνώσεων τόσο στην ίδια τη μειονότητα όσο και στις αλβανικές αρχές, πολιτικά η αλβανική εθνική συγκυρία αυτήν την στιγμή προσφέρεται για την χειρότερη ανάγνωση. Το γεγονός ότι σήμερα είναι σχεδόν αδύνατο να συναντήσει κανείς κάποιον Αλβανό διανοούμενο απαλλαγμένο από βασικές εθνικιστικές θέσεις —όχι κατ’ ανάγκην μεγαλοϊδεατικές— προφανώς δημιουργεί ένα αρνητικό περιβάλλον για την αμφοτεροβαρώς δίκαιη διευθέτηση των (όποιων) μειονοτικών αιτημάτων.
Ωστόσο, ένα χαρακτηριστικό που κανείς δεν πρέπει να ξεχνά όταν συνθέτει την εικόνα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία είναι ο υψηλός βαθμός ένταξής της στην αλβανική κοινωνία. Η ένταξη αυτή πολλές φορές έχει ως συνέπεια την ενσωμάτωσή της στον αλβανικό εθνικό ιστό και άρα την απεμπόληση της ελληνικότητας της. Είναι σίγουρο πως δεν μπορεί να υποστηρίξει κανείς σοβαρά τη θέση πως η ελληνική μειονότητα ήταν ή είναι κοινωνικά ή εθνικά αποκλεισμένη. Επιπροσθέτως, όταν ασχολούμαστε με τα ζητήματα της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία, περισσότερο έχουμε να αντιπαρατεθούμε με την επισήμως ή ανεπισήμως ευρέως διαδεδομένη θέση στην αλβανική κοινωνία, σύμφωνα με την οποία οι Έλληνες της Αλβανίας ήταν μια προνομιούχα ομάδα από τον καιρό του. Η θέση αυτή, μετά το 1990 ενισχύεται από τη διακριτική μεταχείριση υπέρ των ελλήνων της Αλβανίας από τις ελληνικές αρχές και —ανεξάρτητα από τη βασιμότητά της ή όχι— σήμερα αποτελεί ένα από τα συνηθέστερα επιχειρήματα στο ιδεολογικό οπλοστάσιο του αλβανικού εθνικισμού σε σχέση με την ελληνική μειονότητα.
Μια άλλη δομική διαπίστωση, την εγκυρότητα της οποίας δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αντιπαρέλθει είναι πως η ελληνική μειονότητα αυτήν την στιγμή περισσότερο υποστασιοποιείται σαν ιδεολογική έννοια παρά ως πραγματικό μέγεθος. Μικρότερης σημασίας αλλά ενδεικτική του εξ ίσου ιδεοληπτικού και στατικού τρόπου πρόσληψης του φαινομένου από την ελληνική πλευρά, είναι η πρόταξη του όρου Εθνική Ελληνική Μειονότητα, που συνάδει με το κυρίαρχο στην Αλβανία στερεότυπο κριτήριο της “εθνικής καταγωγής” ως πρωτεύον για τη συγκρότηση της ομάδας.
“The situation of Greeks in Albania is less than ideal”: η διατύπωση αυτή, με τον τόνο ειρωνείας που την διατρέχει, είναι και η πιο αντιπροσωπευτική της κατάστασης[8]. Σε όλες τις περιπτώσεις, είναι αναγκαίο να τονισθεί πως και για την Αλβανία και για την Ελλάδα και για τη μειονότητα την ίδια, το ιστορικό και γεωπολιτικό βάρος της παρουσίας της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το πραγματικό βάρος που αυτή έχει στην αλβανική κοινωνία, τουλάχιστον στις μέρες μας[9].
β. Η ιστορική κληρονομιά των ελληνικών διεκδικήσεων στη Βόρεια Ήπειρο και η ελληνική μειονότητα
Η συγκρότηση της ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας, μέσω των ελληνικών εδαφικών διεκδικήσεων επί της Βορείας Ηπείρου, είναι αναγκαία για την κατανόηση του εκατέρωθεν ιστορικού βάρους του μειονοτικού ζητήματος. Και αν για την ελληνική πλευρά, το βάρος αυτό σημασιοδοτείται από τα “ιστορικά, φυσικά δίκαια” των Ελλήνων για αυτοδιάθεση, η πρόσληψη του από την αλβανική πλευρά φορτίζεται ποικιλοτρόπως εχθρικά ως ρητή και προφανής πρόθεση της Ελλάδας να αφαιρέσει τμήμα της αλβανικής επικράτειας, αφού ήδη - άδικα για τους Αλβανούς - είχε καταλάβει την Τσαμουριά. Άλλωστε για τελευταία φορά το 1946 στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι η Ελλάδα αμφισβήτησε το καθεστώς της Βορείας Ηπείρου, η δε αλυτρωτική ρητορική από επίσημα χείλη συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του 1970 τουλάχιστον. Η “μειονοτικοποίηση” ελληνικών/ελληνόφωνων πληθυσμών στο αλβανικό κράτος απορρέει από την οριστικοποίηση των ελληνοαλβανικών συνόρων με τη λήξη των βαλκανικών πολέμων το 1912-13. Με το ξέσπασμα του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, η Ελλάδα ενίσχυσε τις βλέψεις της προς την Βόρεια Ήπειρο αποστέλλοντας στρατιωτική δύναμη. Ωστόσο, η κατανομή των πρώην οθωμανικών εδαφών μεταξύ των γειτονικών κρατών έφερε την Ελλάδα να χάνει την περιοχή σε όφελος της κυριαρχίας της επί των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (17.12.1913), η Κορυτσά, οι Άγιοι Σαράντα και το Αργυρόκαστρο ενσωματώθηκαν στο αλβανικό κράτος. Ύστερα από πιέσεις των Δυνάμεων, ο ελληνικός στρατός υποχρεώθηκε να αποχωρήσει (8.2.1914). Η αντίδραση των Ελλήνων της περιοχής (και της Ελλάδας) ήταν άμεση, καθώς με την ισχύ των όπλων ανακήρυξαν την “Αυτονομία της Βόρειας Ηπείρου”. Η ένοπλη εξέγερση οδήγησε στην υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας (18.5.1914), σύμφωνα με το οποίο αναγνωρίζεται η αυτοδιοίκηση της Βόρειας Ηπείρου εντός της Αλβανίας υπό διεθνή επιτήρηση. Το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Αύγουστο του 1914, έδωσε νέα ώθηση στις ελληνικές διεκδικήσεις: ο ελληνικός στρατός επέστρεψε στα μέσα Οκτωβρίου 1914 με το πρόσχημα της απειλής εμφυλίου πολέμου. Η Ελλάδα προσάρτησε μονομερώς τη Βόρεια Ήπειρο το 1916, αλλά η σύγκρουση Βενιζέλου-Κωνσταντίνου ώθησε της Δυνάμεις της Entente να άρουν την υποστήριξή τους στην Ελλάδα. Η απόσυρση του ελληνικού στρατού έδωσε στον ιταλικό στρατό την ευκαιρία να ελέγξει ολόκληρη την Αλβανία εκτός της Κορυτσάς, η οποία τέθηκε υπό γαλλική διοίκηση. Το 1917, ο ελληνικός στρατός αποπειράθηκε μάταια να ανακαταλάβει την Κορυτσά. Στο πλαίσιο των συνεχών διαπραγματεύσεων μεταξύ των νικητών του πολέμου για τη διανομή των εδαφών, ο Βενιζέλος έκαμψε τις ιταλικές αντιρρήσεις για τις ελληνικές βλέψεις στη Βόρεια Ήπειρο: στις 29.7.1919 υπογράφτηκε η Συμφωνία Βενιζέλου-Τιτόνι, κατά την οποία η Κορυτσά και το Αργυρόκαστρο προσαρτούνταν από την Ελλάδα. Το περιεχόμενο της Συμφωνίας ανατράπηκε πολύ γρήγορα. Στις 28.5.1920 υπογράφηκε το Πρωτόκολλο της Καπεστίτσας, σύμφωνα με το οποίο Ελλάδα και Αλβανία συμφωνούν για την άμεση και οριστική διευθέτηση της οριογραμμής, ενώ η Αλβανία αναλάμβανε δεσμεύσεις για το σεβασμό των εκπαιδευτικών δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας.
Η εισδοχή της Αλβανίας στην Κοινωνία των Εθνών το 1920 συνδέθηκε με την μονομερή δέσμευση της πρώτης για την προστασία των μειονοτήτων στο έδαφός της στο πλαίσιο του ευρύτερου καθεστώτος προστασίας των δικαιωμάτων των μειονοτήτων που έθετε η ΚτΕ. Ο πρωθυπουργός της Αλβανίας Φαν Νόλι κατέθεσε τη Μονομερή Διακήρυξη της 2.10.1921 με την οποία η Αλβανία δεσμεύτηκε για την προστασία των μειονοτήτων στο έδαφός της, και την οποία επικύρωσε στη συνέχεια το αλβανικό κοινοβούλιο.
γ. Η απόδοση δικαιωμάτων στην ελληνική μειονότητα
Η μονομερής δήλωση του 1921 αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της νομικής αναγνώρισης της ελληνικής μειονότητας και της απόδοσης δικαιωμάτων σε αυτήν. Ωστόσο, είναι ενδιαφέρον να δει κανείς πως το ίδιο το κείμενο της δήλωσης δεν προσδιορίζει συγκεκριμένη μειονοτική ομάδα ως υποκείμενο δικαιωμάτων, αλλά απαριθμεί τις δεσμεύσεις τις Αλβανίας στους πολίτες της που ανήκουν σε εθνικές, θρησκευτικές ή γλωσσικές μειονότητες. Το καθεστώς προστασίας αφορά τη θρησκευτική ελευθερία και τα γλωσσικά δικαιώματα, κατοχυρώνοντας παράλληλα την αρχή της μη διάκρισης και της ισότητας απέναντι στο νόμο. Η Διακήρυξη έγινε δεκτή από το Συμβούλιο της ΚτΕ την ίδια ημέρα της κατάθεσής της και τέθηκε ρητά υπό την εγγύηση των αρμόδιων οργάνων της. Σύμφωνα με την αλβανική κυβέρνηση η ελληνόφωνη ορθόδοξη μειονότητα αριθμούσε 16.000 μέλη στη Νότια Αλβανία για την οποία το αλβανικό κράτος με δικά του έξοδα διατηρούσε 36 μειονοτικά σχολεία για 2.614 μαθητές. Επίσης, λειτουργούσαν 190 ελληνορθόδοξες εκκλησίες και 13 μοναστήρια. Η Αλβανία στο πλαίσιο της δέσμευσής έναντι της ΚτΕ διατύπωσε εγγυήσεις που κατοχυρώνουν την αυτονομία της ορθόδοξης και της καθολικής κοινότητας. Από σχετική επιστολή του αλβανικού ΥπΕξ φαίνεται ότι δεν αναγνωρίστηκε ελληνική εθνική μειονότητα αλλά ελληνόφωνη ορθόδοξη μειονότητα. Η Αλβανία επιχειρεί να ελαχιστοποιήσει το αριθμητικό μέγεθος της μειονότητας, ενώ, αντίστροφα, οι ελληνικές θέσεις εξισώνουν το σύνολο των χριστιανών με τους Έλληνες. Η αναντιστοιχία των μεγεθών παίρνει τη μέγιστη τιμή της στην περιοχή της Κορυτσάς. Ήδη το 1923, επιτροπή της ΚτΕ σημειώνει πως “στην Κορυτσά στην ουσία δεν υπάρχει ελληνόφωνος πληθυσμός”.
Τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητας παρέμειναν τυπικά σεβαστά επί Χότζα καθώς και τα δύο Συντάγματα της περιόδου εκείνης (1946 και 1977) αναφέρονταν σε δικαιώματα των μειονοτήτων, χωρίς και πάλι να προσδιορίζουν συγκεκριμένες ομάδες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις μελών και παραγόντων της μειονότητας, το καθεστώς Χότζα έπληξε την μειονότητα στο βαθμό που υποβάθμιζε το επίπεδο ζωής όλων των Αλβανών πολιτών και περιόριζε σημαντικά δικαιώματά τους. Η μειονοτική εκπαίδευση διατηρήθηκε αλλά πέρασε στον άμεσο έλεγχο του κράτους και υποβαθμίστηκε, λόγω της έλλειψης υποδομής και ειδικής κατάρτισης. Στην περίπτωση της Χιμάρας, το καθεστώς έκλεισε το ελληνικό σχολείο ως μέτρο αντιποίνων για την αρνητική στάση των κατοίκων της περιοχής στο δημοψήφισμα του 1946 (για την εγκαθίδρυση του κομμουνιστικού καθεστώτος). Κατά την έρευνα, ορισμένοι αναφέρθηκαν στην συμμετοχή ελλήνων μειονοτικών και άλλων (Βλάχων και Μακεδόνων) σε υψηλές θέσεις του κομματικού μηχανισμού ενώ άλλοι αναφέρθηκαν στον υπερβάλλοντα ζήλο πολλών μειονοτικών κατά την επιβολή της αθεΐας. Η απαγόρευση κάθε θρησκευτικής δραστηριότητας από το 1967 έπληξε άμεσα και την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας ακυρώνοντας σημαντικά τη θρησκευτική συνείδηση ως τυπικό συνεκτικό κρίκο μεταξύ των ορθοδόξων Αλβανών, Βλάχων και Ελλήνων.
Σήμερα η μειονότητα θεωρείται ως “από πάντα αναγνωρισμένη ως εθνική” κάτι που καταδεικνύει το ιδιαίτερο ιδεολογικό βάρος της ύπαρξης μιας ελληνικής μειονότητας στις σχέσεις Ελλάδας-Αλβανίας. Αντίστοιχα, η αναγνώριση μιας μακεδονικής μειονότητας υιοθετείται στο πλαίσιο των Αλβανο-γιουγκοσλαβικών σχέσεων και η πρόσφατη αναγνώριση της εθνικής μαυροβουνιακής μειονότητας έχει να κάνει ασφαλώς με την πολιτική ενδυνάμωση του Μαυροβουνίου και την πιθανή του ανεξαρτητοποίηση. Η κυριολεκτικά «χθεσινή» αναγνώριση της βλαχικής γλωσσικής μειονότητας τον Ιούνιο 2001 ενδεχομένως αποσκοπεί στην ομογενοποίηση και αυτονόμηση των Βλάχων μέσα σε ένα πλαίσιο ελεχγόμενης αντιμετώπισής τους. Η κίνηση αυτή της αλβανικής κυβέρνησης έχει εξαιρετική σημασία, καθώς από την μια ανταποκρίνεται σε υπαρκτά μεγέθη και συμπεριφορές του αλβανικού πληθυσμού και από την άλλη, επιχειρεί να αντιπερισπάσει την προσπάθεια προσεταιρισμού του βλάχικου στοιχείου της χώρας από την Ελλάδα κυρίως και από την Ρουμανία δευτερεύοντως.
Η νομική και πολιτική κληρονομιά της Διακήρυξης του 1921 δεν πρέπει να θεωρείται αμελητέα ή ξεπερασμένη, ακόμη και εάν σήμερα σπανίως είναι αντικείμενο επίκλησης. Είναι ενδεικτική η θέση που της αφιερώνει η Πρώτη Έκθεση εφαρμογής της Σύμβασης-πλαισίου για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων της Αλβανίας, ως της σημαντικότερης εθνικής μειονότητας στην Αλβανία.
2. Εδαφικότητα, εθνική καταγωγή και υποκειμενικότητες
α. Η φορμαλιστική πρόσληψη των μειονοτικών δικαιωμάτων
Δεν θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι στην Αλβανία η εννοιολόγηση των μειονοτικών δικαιωμάτων είναι προφιλελεύθερη. Εδώ είναι προφανές ότι δεν αναφερόμαστε στις τυπικές εκφορές του λόγου του κράτους, όπως αυτός διατυπώνεται στους νόμους του και το Σύνταγμά του, αλλά στην πρόσληψη αυτών των δικαιωμάτων, τόσο από πλευράς πολιτείας όσο και κοινωνίας. Η προστασία των μειονοτήτων, και ειδικότερα της ελληνικής, συναρτάται, όπως είδαμε, ιστορικά άμεσα της συγκρότησης του Αλβανικού κράτους ως αποτέλεσμα πίεσης εξωγενών παραγόντων και όχι ως αποτέλεσμα μιας κανονικής διαδικασίας εμπέδωσης κράτους δικαίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων εν γένει. Θα μεροληπτούσε όμως κανείς σε βάρος της Αλβανίας εάν της απέδιδε αποκλειστικά αυτόν τον ιστορικά και πολιτειακά ανισόμετρο τρόπο ανάπτυξης της προστασίας των μειονοτήτων. Και άλλα κράτη της περιοχής εντάσσονται σε αυτό το ιδιόμορφο υπόδειγμα ιστορικής εννοιολόγησης των μειονοτικών δικαιωμάτων, του οποίου οι ανεπάρκειες είναι ορατές όταν κανείς διερευνήσει τις σχέσεις των περισσοτέρων μειονοτήτων με την διοίκηση στα Βαλκάνια. Όταν κάποιος —μια διοίκηση ή μια κοινωνία — γενικά απαξιώνει τα δικαιώματα μάλλον είναι ψευδαίσθηση, υποκρισία ή καταναγκασμός (αυτό συμβαίνει συνήθως) ότι σέβεται τα μειονοτικά δικαιώματα. Στη νομική σφαίρα αυτό μεταφράζεται σε έναν αφόρητο φορμαλισμό, ο οποίος γίνεται εξαιρετικά κουραστικός όταν η διοίκηση (εν προκειμένω η αλβανική) αναφέρεται στην κατάσταση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων εντός της επικράτειάς της.
Στις μέρες μας, και εφόσον —όπως θα δούμε στη συνέχεια— η Αλβανία έχει εντάξει στην έννομή της τάξη σειρά διεθνών κειμένων, οι υπηρεσιακοί αξιωματούχοι θεωρούν πως η χώρα διαθέτει πια το πλέον προηγμένο νομικό σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των μειονοτήτων και συνεπώς έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της απέναντι στη διεθνή κοινότητα και στους πολίτες της. Η άποψη πέραν του ότι αγνοεί την (μη) εφαρμογή των υποχρεώσεων αυτών στην επικράτεια, θεωρεί ότι η επικύρωση των νομικών κειμένων και η υιοθέτηση νέων νόμων κατά το πρότυπο των δυτικών δημοκρατιών αρκεί για την κατάκτηση του νομικού πολιτισμού της δύσης και την δημοκρατική εξομάλυνση. Αξίζει πάντως να παρατηρήσει κανείς ότι η προσχηματική χρήση αυτού του επιχειρήματος αρχίζει σταδιακά να αποδίδει καρπούς αλλά στους ίδιους τους εκπροσώπους της αλβανικής διοίκησης, οι οποίοι έχουν αρχίσει να το πιστεύουν. Βέβαια, θα αδικούσε κανείς τους αξιωματούχους της χώρας αυτής εάν τους απέδιδε την αποκλειστικότητα σε αυτού του είδους τις βολονταριστικές συμπεριφορές («αυτό που πιστεύουμε, αυτό είναι»), οι οποίες απαντώνται ένθεν και ένθεν των συνόρων της. Εκείνο πάντως που πραγματικά αποτελεί αλβανική, ας την πούμε, ιδιαιτερότητα, (ή μήπως στρατηγική;) είναι η πολύ πιο ρεαλιστική και άρα πιστευτή, αλλά εξ ίσου προσχηματικής χρήσης, θεώρηση πως “αυτά μπορούμε, αυτά κάνουμε”, δηλαδή το επιχείρημα της αλβανικής ένδειας. Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις, η αλβανική διοίκηση όταν συνδιαλέγεται διεθνώς, προσφεύγει σε υπέρμετρα συχνή χρήση της επίκλησης των πραγματικά δύσκολων κοινωνικο-οικονομικών περιστάσεων που βιώνει, προκειμένου να δικαιολογήσει αδράνειες και συμπεριφορές, η αλλαγή των οποίων κοστίζει περισσότερο πολιτικά παρά οικονομικά. Για τον προηγούμενο λόγο, η εικόνα από την Αλβανία (την εγκυρότητα της οποίας πιστοποίησαν όλοι οι εκπρόσωποι των διεθνών οργανισμών επί του πεδίου όσο και εκτός), είναι πως η χώρα είναι ένας “δύσκολος” διεθνής συνομιλητής, ο οποίος προστρέχοντας εναλλάξ —κατά το δοκούν— είτε σε υπεραισιόδοξα φορμαλιστικά είτε σε κυνικά πεσιμιστικά επιχειρήματα, στην πράξη καλύπτει την αδυναμία του ή μη βούληση του να εφαρμόσει πραγματικά αυτά που του ζητούνται από το διεθνές δίκαιο.
Το άρθρο 20 του Αλβανικού Συντάγματος αφορά άμεσα τα μειονοτικά δικαιώματα:
“1. Πρόσωπα που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες ασκούν σε πλήρη ισότητα ενώπιον του νόμου τα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες. 2. Έχουν το δικαίωμα να εκφράζουν ελεύθερα, χωρίς απαγορεύσεις ή περιορισμούς, το εθνοτικό, πολιτιστικό, θρησκευτικό και γλωσσικό ανήκειν. Έχουν το δικαίωμα να το διατηρούν και να το αναπτύσσουν, να σπουδάζουν και να διδάσκονται στη μητρική τους γλώσσα, όπως επίσης να συνενώνονται σε οργανισμούς και εταιρείες για την προστασία των συμφερόντων και της ταυτότητάς τους.”
Tο άρθρο αυτό κρίνεται υπερεπαρκές σε σχέση με τα ευρωπαϊκά standards προστασίας των μειονοτήτων. Ενδιαφέρον είναι ωστόσο, να παρατηρήσει κανείς ότι η Επιτροπή Βενετίας,[10] σε γνωμοδότηση επί του τελικού σχεδίου του Συντάγματος ζητά από την τότε Συνταγματική Επιτροπή της Αλβανίας να τροποποιήσει την παράγραφο 1, έτσι ώστε αυτό να διατυπώνεται ως εξής: “…τα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες τους”.[11] Η μικρή αυτή προσθήκη που χωρίς αποτέλεσμα ζητήθηκε να ενσωματωθεί από την Επιτροπή Βενετίας στο σώμα του άρθρου δεν στερείται νοήματος. Από την άλλη, η εμμονή της αλβανικής πλευράς να μην συμπεριλάβει την αντωνυμία “τους” στο σώμα του άρθρου προφανώς και δεν οφείλεται σε λόγους συντακτικούς. Έχει να κάνει με την απροθυμία της Αλβανίας να δώσει συνταγματικό έρεισμα σε μειονοτικά δικαιώματα των οποίων το κανονιστικό περιεχόμενο διευρύνει ή κατά τι εξέχει του γενικού κανονιστικού περιεχομένου διατάξεων προστασίας δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ο αλβανός συντακτικός νομοθέτης επιθυμεί να αποδώσει στις μειονότητες τα δικαιώματα “κάθε ανθρώπου”. Πρακτικά λοιπόν, στη σφαίρα της εκπαίδευσης που είναι και η καίρια διαφοροποιητική μειονοτική αξίωση, το σχετικό δικαίωμα δεν συνεπάγεται υποχρέωση του κράτους να εκπαιδεύει δημοσίως όλους τους αλβανούς πολίτες στη μητρική τους γλώσσα, αλλά να εγγυάται την ανεμπόδιστη πρόσβαση όλων των αλβανών πολιτών, ανεξάρτητα από μητρική γλώσσα, στο υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα.[12] Η προηγούμενη διαπίστωση φαίνεται να επιβεβαιώνεται και από το κρίσιμο εδάφιο της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 20, σύμφωνα με το οποίο [τα πρόσωπα που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες] “Έχουν το δικαίωμα να … σπουδάζουν και να διδάσκονται στη μητρική τους γλώσσα”. Δεν στερείται ενδιαφέροντος ωστόσο, το γεγονός ότι “η αλβανική αντιπροσωπεία εξήγησε ότι η παράγραφος 2 του μεταφράστηκε τμηματικώς ακατάλληλα και ότι το πρωτότυπο περιείχε τις λέξεις “να διδάσκουν ή να διδάσκονται στη μητρική τους γλώσσα”. Αυτό ερμηνεύτηκε ως μια υποχρέωση του κράτους να δημιουργεί τις απαιτούμενες συνθήκες για μια τέτοια διδασκαλία και ότι, ως εκ τούτου καμία επιπρόσθετη αναφορά στο άρθρο για την εκπαίδευση δεν κρίθηκε απαραίτητη”.[13]
Είναι λοιπόν προφανές πως, μολονότι το αντίθετο καταγράφεται ως εικαζόμενη βούληση της Αλβανικής κυβέρνησης, είναι εξαιρετικά δύσκολο να συνάγει κανείς από το αλβανικό Σύνταγμα υποχρέωση δημόσιας παροχής μειονοτικής εκπαίδευσης, ενώ αντιθέτως καθίσταται σαφές ότι τίποτε δεν μπορεί να εμποδίσει την λειτουργία ιδιωτικών μειονοτικών σχολείων, οπουδήποτε στην αλβανική επικράτεια, σύμφωνα εξάλλου με νόμο που ψηφίστηκε εκ των υστέρων.
β. Η προβληματική της εδαφικότητας: ένα προβληματικό rationae loci
Η προστασία της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία είναι προϋπόθεση της παραμονής των μειονοτικών σε περιοχές που αναγνωρίζονται ως τέτοιες. Έτσι λοιπόν, η αναγνώριση δικαιωμάτων στην μειονότητα συναρτάται της παραμονής της στην προ-ορισμένη περιφέρειά της. Η προηγούμενη διαπίστωση δεν θα είχε κάποιο εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς η Αλβανία δεν είναι το μόνο κράτος που συναρτά παροχή μειονοτικών δικαιωμάτων με την διαβίωση σε ένα συγκεκριμένο τμήμα της επικράτειας. Εξ άλλου, ακόμη και η Σύμβαση-πλαίσιο σχετικά με την προστασία των εθνικών μειονοτήτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, που είναι το πιο σύγχρονο κείμενο που έχει επικυρώσει η Αλβανική κυβέρνηση σχετικά με τα μειονοτικά δικαιώματα, περιέχει μια πολύ “μαλακή” διατύπωση σε ό,τι αφορά την υποχρέωση των κρατών να παράσχουν μειονοτική εκπαίδευση, ειδικότερα δε όταν αυτή η εκπαίδευση παρέχεται ήδη σε συγκεκριμένα τμήματα της επικράτειας.
Αυτό που δίνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα προηγούμενα, είναι πως η Αλβανική διοίκηση δομεί όλη τη λογική της προστασίας της ελληνικής μειονότητας στο σύστημα των λεγόμενων “μειονοτικών ζωνών” το οποίο είναι νομικά έωλο. Η έλλειψη νομικού προσδιορισμού των μειονοτικών ζωνών συνεχίζεται μέχρι σήμερα όπου κάθε σχετική αναφορά θεωρεί σχεδόν μεταφυσικά δεδομένη και απαραβίαστη την ύπαρξή τους.
Δεν υπάρχει δηλαδή πουθενά μέσα στην αλβανική έννομη τάξη, καταγεγραμμένη η έννοια της μειονοτικής ζώνης, πόσο δε μάλλον η έκτασή της. Είναι λοιπόν παράδοξο ότι ενώ είναι γνωστό πως οι “μειονοτικές ζώνες” είναι νομικά ανύπαρκτες - ούτε καν αυθαίρετες - δεν εντοπίζεται ουσιαστική πίεση εκ μέρους της μειονότητας προς την κατεύθυνση της ουσιαστικής παύσης της επίκλησής τους. Η ελληνική πρεσβεία στα Τίρανα, σε υπόμνημά της (της 28ης Ιουνίου 1999) με τίτλο The educational issue in the Greek ethnic minority in Albania, ένα από το λιγοστά κείμενα στα οποία εντοπίσαμε αρνητική προδιάθεση έναντι των “μειονοτικών ζωνών”, ουσιαστικά υποσκάπτει το επιχείρημά της, ζητώντας την κατάργηση του συστήματος των ζωνών, ως να είναι δυνατό να καταργηθεί ένα νομικό πλάσμα που δεν υπάρχει. Από την άλλη πλευρά, από την επιχειρηματολογία της Ομόνοιας, δεν μπορεί κανείς να συνάγει συνολική εναντίωση στη χρήση του επιχειρήματος ύπαρξης “μειονοτικών ζωνών”, αλλά αντιθέτως σημεία που συνηγορούν υπέρ της επέκτασης των δικαιωμάτων που απολαμβάνει η “μειονοτική ζώνη” σε περιοχές που δεν καλύπτονται από αυτήν (κυρίως στη Χιμάρα).[14] Το γεγονός ότι η πολιτική εκπροσώπηση της μειονότητας όχι μόνο δεν φαίνεται να αρνείται τη λογική της “μειονοτικής ζώνης”, αλλά επιχειρεί να την ευθυγραμμίσει σε διαφορετικές πολιτικές σκοπιμότητες από αυτές του αλβανικού κράτους, μας κατέστη σαφές από προφορικές συζητήσεις που είχαμε με τη σημερική ηγεσία της Ομόνοιας, από τις οποίες προέκυψε ότι το αίτημα της “κατάργησης” τους είναι μαξιμαλιστικό, καθώς η πολιτική φάση στην οποία βρίσκεται η μειονότητα είναι αμυντική και άρα θα ήταν μάλλον άκαιρη η επί της αρχής αρνητική τοποθέτηση στο ζήτημα της ύπαρξης της μειονοτικής ζώνης. Με άλλα λόγια, είναι ευκολότερο για την ελληνική μειονότητα να διεκδικεί επέκταση των δικαιωμάτων που (υποτίθεται πως) η ζώνη συνεπάγεται στη Χιμάρα, παρά να αξιώνει την παύση της επίκλησης ενός ούτως ή άλλως νομικά ανύπαρκτου καθεστώτος.
Ο πραγματικός λόγος που προκύπτει από την οχύρωση της αλβανικής πλευράς πίσω από το επιχείρημα της “μειονοτικής ζώνης” είναι εύκολα αναγνώσιμος, αν και εξόχως προβληματικός, τόσο σε ό,τι αφορά τις σχέσεις της με τη μειονότητα και την Ελλάδα όσο με το ευρωπαϊκό ή διεθνές αναδυόμενο νομικό γίγνεσθαι σχετικά με τα μειονοτικά δικαιώματα, το οποίο καταρχήν δεν συναρτά τα μεγέθη αναγνώρισης και προστασίας μειονοτήτων με το έδαφος στο οποίο αυτές διαβιούν. Ο λόγος για τον οποίον η ελληνική μειονότητα δείχνει, και αυτή από την πλευρά της, απρόθυμη να απαγκιστρωθεί από τη θεωρία των “ζωνών”, μάλλον έχει να κάνει με την επιφύλαξή ή φόβο της να αντιμετωπίσει τα νέα πραγματικά δεδομένα που έχουν προκύψει από την αφαίμαξη του μειονοτικού στοιχείου, εξαιτίας της εξόδου προς την Ελλάδα, τα οποία εξάλλου ευρύτερα σηματοδοτούν μια ραγδαία μετατόπιση των δημογραφικών πληθυσμιακών ισορροπιών στο Νότο της Αλβανίας.
Ωστόσο, μόλις πολύ πρόσφατα η Αλβανία δείχνει σημάδια απαγκίστρωσης από την εδαφικότητα της απόδοσης μειονοτικών δικαιωμάτων. Στην έκθεση εφαρμογής της Σύμβασης-πλαισίου δεν αναφέρεται καθόλου η θεωρία περί ύπαρξης των μειονοτικών ζωνών χωρίς όμως και να διατυπώνεται οποιδήποτε κριτήριο για την οπουδήποτε ανεμπόδιστη τοπική εφαρμογή των σχετικών δικαιωμάτων.
γ. Η “εθνική καταγωγή”: ένα αναχρονιστικό rationae personae
Η “εθνική καταγωγή” ως κριτήριο ή προϋπόθεση απόδοσης μειονοτικών δικαιωμάτων είναι ασύμβατη με την κυρίαρχη αυτήν τη στιγμή στην Ευρώπη αντίληψη για τα υποκείμενα των μειονοτικών δικαιωμάτων. Το σημείο τομής σε αυτήν την αντίληψη, που αποκτά κανονιστικό περιεχόμενο με το τέλος του ψυχρού πολέμου είναι το γνωστό άρθρο 32 του Καταληκτικού Κειμένου ΔΑΣΕ της Κοπεγχάγης, σύμφωνα με το οποίο “το να ανήκει κανείς σε μια εθνική μειονότητα είναι ζήτημα προσωπικής του επιλογής του ατόμου και κανένα μειονέκτημα δεν μπορεί να προέλθει από την άσκηση αυτής της επιλογής”. Η σχετική διάταξη της Σύμβασης-πλαίσιο για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων συναφώς, εάν και με χαμηλότερη έμφαση προβλέπει πως “κάθε πρόσωπο που ανήκει σε μια εθνική μειονότητα έχει το δικαίωμα να επιλέγει ελεύθερα το να αντιμετωπίζεται ή όχι ως τέτοιο και κανένα μειονέκτημα δεν πρέπει να απορρέει από αυτήν την επιλογή” (άρθρο 3).
Η “εθνική καταγωγή” αποτελεί επιβίωση του δικαίου του αίματος (ius sanguinis). Συνιστά μια φυλετικού τύπου πρόσληψη του ανθρωπίνου υποκειμένου, η οποία κατορθώνει και υφίσταται στους καιρούς μας, σε πείσμα των προηγουμένων εξελίξεων που δείχνουν σαφώς πως κριτήριο για την προστασία των μειονοτήτων δεν είναι κανενός είδους γενεαλογική αντικειμενικότητα (“το αίμα που κυλά στις φλέβες μας” όπως οι απανταχού εθνικιστές, μειονοτικοί και μη, αρέσκονται να λένε), αλλά η υποκειμενική βούληση του να ανήκει ή να μην ανήκει κανείς σε μια ομάδα ανθρώπων. Πριν την υιοθέτηση του νέου αλβανικού Συντάγματος, 17 βουλευτές του αλβανικού Κοινοβουλίου κατέθεσαν πρόταση τροπολογίας του σχετικού με τις μειονότητες άρθρου 20, στην οποία ζητούσαν την περίπου expressis verbis ενσωμάτωση του
-

xylino spathi - Τακτικό μέλος
- Δημοσιεύσεις: 1533
- Εγγραφή: 20:18 pm 04 12 2005
- Τοποθεσία: ΖΕΡΒΑΤΙ
1 Δημοσίευση
• Σελίδα 1 από 1
Επιστροφή στο Δημοσιεύματα για Θέματα που μας Αφορούν
Μέλη σε σύνδεση
Μέλη σε αυτή την Δ. Συζήτηση: Δεν υπάρχουν εγγεγραμμένα μέλη και 3 επισκέπτες
- Ευρετήριο Δ. Συζήτησης
- Η ομάδα • Διαγραφή cookies Δ. Συζήτησης • Όλοι οι χρόνοι είναι UTC + 2 ώρες [ DST ]